Δευτέρα, Ιουλίου 31, 2006
Προικιά οι φίλοι, η νιότη, η ζωή...


Είναι φορές που διαπιστώνεις -πικρά, είναι η αλήθεια-, το λιγοστό, το ελάχιστο που γνωρίζεις από ανθρώπους δικούς σου, κοντινούς.
Που σμίγετε τα βήματα, που τσουγκρίζετε ποτήρια, που δένετε κουβάρι τους στεναγμούς και τις αλήθειες σας. Κι όμως. Έρχεται μια απρόσμενη στιγμή, απ' τα ουράνια μάλλον, που τραβάει τη κλωστή μιας αλλιώτικης εξομολόγησης. Απλής, καθημερινής. Για τούτο μάλλον δεν ειπώθηκε ποτέ. Γιατί φάνταζε ο χρόνος περίσσιος για χάρη της.

Παρέα έξω-καρδιά που λέμε. Μαζί μας κι ένας ξενομπάτης, κατά πως λένε οι γέροι Κρητικοί. Μέτοικος. Εραστής του τόπου, άρα, μελίσσι οι ερωτήσεις. Προς έναν φίλο κυρίως, που άνοιξε διάπλατα φυλλοκάρδια.

Σαν να μην ήταν γνώριμος, τον άκουγα να λέει πως γεννήθηκε κάπου στα νότια του Ψηλορείτη.
Κι από μικρός έμαθε να μετράει τα άστρα (πάντα όμως, ακόμα και σήμερα, στο μέτρημα αποκοιμιέται)...
Πρόλαβε να νοιώσει την μυρωδιά που έχει το άχυρο στο αλώνισμα
-ο τυχερός-!
Το ρίγος του παιδικού κορμιού από τον φόβο του αγροφύλακα για τα κλεμμένα φρούτα. Επτά χρόνων πιτσιρικάς, ξεπροβάλλοντας από μια στροφή στα Αστερούσια όρη, πρωτοείδε την θάλασσα στο βάθος...

Το πρώτο του τσιγάρο, Sante άφιλτρο, τον βάφτισε άντρα.
Στάθηκε η παρέα σ' αυτό, λογάριασε κυνηγητά και μυστικές κρυψώνες, διηγήθηκε πολλά. Κι εγώ, δυό χρόνια "καθαρή", ζούληξα τη ψυχή να μη παραπονιέται. Να μη γυρέψει μήτε τ' άρωμα.
Ναι. Να μείνει στεγνωμμένη.

Ο φίλος βοηθούσε.
Περιπλανώμενοι, όλοι μας, στο δρόμο των χειλιών του.
Νιότη άγουρη! Τότε που ο κόσμος όλος γίνεται ένα τεράστιο πολύχρωμο μπαλόνι.
Που το πετάς ψηλά κι ύστερα ανοίγεις την αγκαλιά σου και το πιάνεις.
Όλο δικό σου όλος ο κόσμος δικός σου.
Κι έπειτα, τα μετέωρα βήματα της εφηβείας.
Τότε που τα κύματα σε οδηγούν εκεί που θέλουν να σε ξεβράσουν.
Και συ απλά αφήνεσαι στην κίνηση τους.
Σαν τα άδεια κοχύλια που στα πιο τυχερά οι καλές γοργόνες κρύβουν την ψυχή τους και το τραγούδι τους.

Μιλούσαμε για τα χρόνια εκείνα που φτύνεις στερεότυπα και κλωτσάς περιφράξεις.
Τότε που σοκάρεις αγκυλωμένες ηθικές. Τότε που προκαλείς τ΄ απολιθώματα που σου το παίζουν καθοδηγητές. Τότε που αγνοείς τους πληροφοριοδότες της σιγουριάς. Τότε που εξερευνάς βουνοκορφές για να βρεις ένα ηφαίστειο, μόνο και μόνο, για ν΄ ανάψεις απ΄ την λάβα του το τσιγάρο σου. Ναι, το Sante σου...

Έτρεχε ο λόγος για τους καιρούς εκείνους που ανεμόμυλοι λυμαίνονταν την ψυχή μας.
Που μαλώναμε για την μοιρασιά των άστρων. Που ζούσαμε σαν νομάδες. Που δεν βλέπαμε καθαρά το τοπίο που επιθυμούσαμε να ριζώσει η ψυχή. Ξέραμε όμως ότι υπάρχει. Σαν ένα όνειρο μιας ακαθόριστης επιστροφής.

Σκοτείνιασε ο φίλος μιλώντας για την στιγμή που κατάλαβε ότι κάποιοι τον παγίδεψαν (ίσως και ο ίδιος του ο εαυτός). Για την στιγμή που έκλαψε για το πόσο οι άνθρωποι γίνονται κλέφτες, όταν διεκδικούν κομμάτια απ΄ την ψυχή σου. Ψεύτες, όταν σου ζητάνε πίσω πράγματα που δεν σου έδωσαν ποτέ. Ηλίθιοι, όταν νομίζουν πως δεν διακρίνεις το φίδι που είναι κρυμμένο μέσα στα λουλούδια που σου προσφέρουν...

Πόση λύτρωση όταν βγήκανε λέξεις για την ομορφιά της στιγμής που νοιώθεις ότι «τα καλύτερα έρχονται».
Για την αίσθηση της ελευθερίας που σου προσφέρει η γνώση. Για την χαρά της διαπίστωσης ότι η ψυχή σου μεγάλωσε και χωράει πολλά.

Και τότε, αρχίζεις να σκάβεις με τα νύχια σου τα βράχια της ζωής. Δραπετεύεις απ΄ τον φεγγίτη της οδύνης για να φιλήσεις στο στόμα τη χαρά. Όταν βρεθείς μέσα στα ερείπια διώχνεις ευγενικά και με χαμόγελο τους διασώστες. Βρίσκεις τυχαία στα αζήτητα τα στολίδια της ψυχής σου.

Και τότε! Αρχίζουν τα μεγάλα ταξίδια στις πλάτες του αέρα...
Ίσια κατά το φως του ήλιου.

Και σ΄ αυτό το ταξίδι σου -τελικά, ναι- αντιλαμβάνεσαι ότι:

«Όλοι εμείς, οι σιωπηλοί ακροβάτες μιας υπόσχεσης μάταιης.
Όλοι εμείς, που παραπλανήσαμε τους ανέμους,
Που ξελογιάσαμε τις ελπίδες.
Όλοι εμείς, που ερωτευτήκαμε ότι μας αφάνιζε.
Όλοι εμείς οι αφρούρητοι, που δεν είχαμε ποτέ ένα άλλοθι για τα λάθη μας.
Όλοι εμείς οι αντιρρησίες της παρηγοριάς.
Όλοι εμείς είμαστε μπάσταρδα του Θεού.
Ακόμα κι αν φοβήθηκε να μας αναγνωρίσει,
Ένα είναι το σίγουρο.
Μας έχει αδυναμία.»



(Τα λόγια εντός εισαγωγικών είναι της Αλκυόνης Παπαδάκη. Η φωτογραφία, από το Ελληνικό Λογοτεχνικό και Ιστορικό Αρχείο
.)
 
Σάλπαρε η Καπετάνισσα ώρα 00:32 | Πανάκι ξεδιπλωμένο | 20 ανάσες
Σάββατο, Ιουλίου 29, 2006
Να μένουν ξύπνια τα φεγγάρια σου, ακούς;

Λέω να σκαρφαλώσω στο φεγγάρι απόψε να βάλω φωνή.
Να γράψω καληνύχτα πιό καλά, να την δείς...
Κι αν το φεγγάρι είναι θολό, δε σκιάζομαι.
Θα πιτσιλίσω κόκκινο στο μαύρο της νύχτας.
Ναι, το πιο κόκκινο, το πιο βαθύ για χρώμα...
Να μένουν ξύπνια τα φεγγάρια σου, όπου κι αν πας.
Κι εμείς εδώ, μέχρι να βάψουμε τα χείλη μας με ό,τι η ζωή μας τάζει
και με ό,τι η ζωή στάζει,
θα ονειρευόμαστε φεγγαράδες...



Στολισμένο με μουσικές, διπλοφιλημένο και αφιερωμένο στην Ανδρομέδα που μαζεύει αστραποσκευές κι ανοίγεται σε άλλους ουρανούς.

Σας το χρωστάω -νιώθω- και μαζί με το "ώρα καλή" της Ανδρομέδας, όλο δικό σας:
Ε ρ ω τ ό κ ρ ι τ ο ς από τον Μίλτο Πασχαλίδη.

 
Σάλπαρε η Καπετάνισσα ώρα 23:21 | Πανάκι ξεδιπλωμένο | 24 ανάσες
Πέμπτη, Ιουλίου 27, 2006
"...σ' αυτόν τον ύπνο του θανάτου...

...σαν τι όνειρα μπορούν νά έλθουν;"


Τα όνειρά μου, τα θέλω πίσω. Έστω, για να τα θάψω.
Έκκληση. Να τα μυρώσω, ν' ακολουθήσω τελετουργίες και διαδικασίες λοιπές και να τα αποχαιρετήσω κατά πως τους πρέπει.
Να μην τα βλέπω μόνα, νεκρά, θυσιασμένα, προσφορά της ατσάλινης πραγματικότητας που τα διαμελίζει, βορά της απάθειας που τα κονιορτοποιεί.

Να τελειώνω μαζί τους.
Να μην ονειρεύομαι πιά, τα όνειρά μου.
Πως τα έπλαθα, πως τα ζέσταινα, πως τα κανάκευα και τους γλυκομιλούσα.

Να πάψω να ονειρεύομαι πως θα ξανάρθουνε και θα κοιτάξουνε με λύσσα τη ζωή...
Πως, όπως συνέβαινε κάποτε, θα μπούνε στον κόσμο μου θύελλα σωστή και θ' απειλήσουνε την πραγματικότητα:

"Ο,τι ζεί ο άνθρωπος, όνειρο, μες στο όνειρο!* Απ' τα όνειρά του ο καθείς, ότι γουστάρει και ποθεί ζητά, ποιός θα τολμήσει να το αρνηθεί αυτό.
Ακούς κυρά ζωή; Ατίθασα, άναρχα, αντάρτικα, αυτά είμαστε εμείς!
Αλλά και ύπουλα μια στάλα, υποχθόνια, αν και παιχνιδιάρικα.
Που πας κυρία μου, έχεις σκοπό να διαπραγματευτείς με το ρεαλισμό την ύπαρξή μας; Εμείς ανεμίζουμε ελεύθερα, δεν λογοδοτούμε πουθενά και δεν συμβιβαζόμαστε με καμμιά πραγματικότητα.

Θα μας βγάλεις στην αγορά σαν γραμμάτια προς είσπραξιν; Θα σου βγάλουμε την πίστη! Καμμία υποχώρηση από τη μεριά μας! Ένας ολόκληρος στρατός από όνειρα κινητοποιείται ήδη, βαφτίζεται ονειρονομία και καταφθάνει με σκοπό να υποτάξει οποιοδήποτε παλιό ή νέο όνειρο βάλθηκε να μετουσιωθεί σε αλήθεια!
Φυλάξου ζωή που μας κάνεις τη γενναία πολεμίστρια!
Κατευθείαν στα κάτεργα εσύ που πας να μας ξεπουλήσεις!
Αν θες να γλυτώσεις, πειθάρχησε στα όνειρα των θνητών, ώστε να μην απωλέσουν την ταυτότητά τους...
Ένοχη πραγματικότητα! Γιατί τόλμησες να παραβείς την διαχωριστική γραμμή κι έκανες τους ανθρώπους να νομίσουν πως σε σένα, θα ανταμώσουν εμάς! Όνειδος!"

Ένας φίλος ισχυρίζεται ότι καμμιά φορά, για να πραγματοποιηθεί ένα όνειρο αρκεί να το σκοτώσουμε κι αν μετά τον θάνατό του διατηρήσουμε την μνήμη του ζωντανή, αυτό σίγουρα θα αναστηθεί...

Έρχεται κι ο ποιητής ώρες-ώρες και χτυπά τις πόρτες...
"Κράτησε τα όνειρα σου. Οι συνετοί δεν έχουν έτσι ωραία σαν τους τρελούς."**

Αυτό μάλλον με σώζει. Και κάνω πως τα πιστεύω.
Η αλλόκοτη φωνή, που μουρμουρίζει πως έχουμε στα όνειρα οφειλή.
Οι αφελείς. Σε στενόχωρα δωμάτια κι απλωμένους ορίζοντες να σκάβουμε κανάλια, πρέπει.
Δέκα να πέφτουμε, δώδεκα να τραβάμε από χάμε το κορμί.

Τ' ακούς ψυχή μου;
Εκεί ριζώνουνε τα όνειρα, στης ψυχής το χώμα και δεν αποκοιμιούνται, όποιον θάνατο κι αν τα ταϊσεις, γκε-γκε;



(Ο τίτλος του Σαίξπηρ,Άμλετ, * Πόε, **Μπωντλέρ.
Η φωτογραφία του Alejandro Sandoval)


 
Σάλπαρε η Καπετάνισσα ώρα 17:19 | Πανάκι ξεδιπλωμένο | 26 ανάσες
Τετάρτη, Ιουλίου 26, 2006
Τ' άκουσες, Aρετούσα μου...


...τα μαντάτα που 'ναι στολισμένα με το πύρινο φως της νιότης και τ' άλλο, τ' αξόδευτο και χυμώδες της ποίησης κι ένα ακόμα, το ίδιο φλογερό κι αστροφεγγισμένο, εκείνο της μελωδίας...
Μαζί και το φεγγαρόπιοτο φως της νύχτας και... αλλοίμονο!
Τ' άλλο, το μόνο και βαθύ, το ερωτοπλάνταχτο της αγάπης.

Της αγάπης που απελπίζεται, αν και μοιάζει φερμένη απ' τα ουράνια, διάχυτη, μ' απεραντοσύνη θαρρείς συμπαντική...
Της αγάπης που θυμώνει κι εξοργίζεται και γίνεται θεριό να κονταροχτυπηθεί με δαίμονες, να γιγαντώσει και τη ψυχή, για να'χει περίσσια θάρρητα να χρεώνεται αδυναμίες και να σέρνεται σε μπουντρούμια και για τούτο, να υψώνεται πέρα και πάνω απ' ανθρώπου λογισμό.
Μια τρέλλα, ναι.
Μια κουζουλάδα.
Μοναδική, θεϊκή σχεδόν, σε συνομωσία με την ίδια τη φύση και τη ζωή, σε συμπόρευση αρμονική με το Α του Ανθρώπου, με το Α και το Ω του Α γ α π Ω.


Στου Ερωτόκριτου τα χείλη με τη ζαλάδα της ερωτοφερμένης σκέψης:

«Σ’ δυό πράματα αντίδικα στέκω και κιντυνεύγω,
να τα συβάσω και τα δυό ξετρέχω και γυρεύγω
και βάνω κόπο, μα θωρώ και βολετό δεν είναι
τό 'να με τ' άλλο μάχεται κι οχθρός μεγάλος είναι
......................................................................

Φόβος και Πόθος πολεμά κι εγώ 'μαι το σημάδι
και δεν μπορώ τούτα τα δυό να τα συβάσω ομάδι
.......................................................................
Ο έρωτας στέκει ανάδια μου κι άδικα τυραννά με,
μ' άρματα φοβερίζει με και με φωτιά κεντά με,
με το ξιφάρι μου μιλεί, με τη σαίτα λέγει,
το δίκιο του μ' αναλαμπή και φλόγα το γυρεύγει
κι άν δεν του κάνω θέλημα, με τη φωτιά με καίγει
και πλιά παρά τον κύρη μου βαρίσκει και δοξεύγει
κι ως βουληθώ στον πόλεμο οπού ’μαι να νικήσω,
τέσσερα ζάλα πάω ομπρός κι οκτώ γιαγέρνω οπίσω.»


Xθές το βράδυ.
Ο «Ερωτόκριτος» του Βιτσέντζου Κορνάρου, στο Ηράκλειο, από το Θεατρικό Εργαστήρι του Πανεπιστημίου Κύπρου (ΘΕΠΑΚ).
Σε σκηνοθεσία του καθηγητή και ποιητή Μιχάλη Πιερή, μουσική του Χρήστου Πήττα και με έξοχες κρητικές μουσικές παρεμβάσεις (ηχογραφημμένες) από τον Ψαραντώνη...
Τι όμορφη παράσταση!

Η Κύπρος στη Κρήτη με τη νιότη να χυμάει στη σκηνή, όλοι τους, παρουσίες που χτυπάνε κόκκινο, βουτηγμένα εικοσάχρονα στη μέθη του μεγάλου, του πρωταρχικού, του μόνου έρωτα, να ρουφάνε με σπατάλη το άγιο φως του και να μας ραντίζουν και εμάς!
Τέτοιο κείμενο, τόση φωτιά, τόσο μαχαίρι αιχμηρό να το κουλαντρίζουν τα φοιτητόπαιδα κι εσύ να κοιτάς το μαύρο της νύχτας και να λες "Θεέ μου, σκέπασε κάθε λαμπύρισμα απόψε να λιγωθούμε"...
Κι έπειτα να διπλοκοιτάς τα νειάτα στη σκηνή -ούτε μια στιγμή δε νιώσανε το έδαφος ολισθηρό- και να λες:
"Μα, σήμερα; Τα παιδιά; Τ' ανήξερα; Της βιασύνης και των εφήμερων; Να νιώθουν έτσι; Να μιλάνε έτσι; Να ματώνουνε, ν' ανακατεύουνε χρώματα ψυχής και να τα ντύνονται μετά;"
Ναι, σήμερα.
Ναι, ολόδροσα Κυπριόπουλα.
Ναι, κολυμπώντας σ΄ένα τέτοιο κείμενο-ποταμό...

Και, ναι:
Με κάνανε να συλλογιέμαι:
"Βρε μπας και υπάρχουν τέτοιοι έρωτες ακόμα και σήμερα να πυρπολούν τα σωθικά; Λες;"


Στις αγαπημένες και και γλυκύτατες Απουσία, Ελληνίδα και Ηλιόδεντρο (έτσι, γιατί αγαπάνε την Κύπρο φανερά), ένα λατρεμένο ποίημα του Κύπριου Μιχάλη Πιερή, θαυμάσιου επιστήμονα και ξεχωριστού ανθρώπου.

…Εξόριστοι να μείνουμε στην άλλη γλώσσα.
Εκεί που σε συνάντησα.
Στην ξενιτιά των αισθημάτων.
Να είσαι πάντα ξένη, εσύ η άλλη
να τρέμω ταπεινός στη φλόγα του κορμιού σου
να σε φιλώ στα χνάρια των φριχτών παθών
του κεραυνού που σ’ έχει σημαδέψει
ν’ αγγίζω με δάκρυα στα μάτια σου τα μάτια
μαζί σου κινδυνεύοντας στα πιο μεγάλα ξένα.
Δεν είμαι ποιητής. Σε προσκυνώ.
 
Σάλπαρε η Καπετάνισσα ώρα 02:40 | Πανάκι ξεδιπλωμένο | 19 ανάσες
Δευτέρα, Ιουλίου 24, 2006
H E L P !
Πολύ θα το εκτιμούσα αν κάποιος από εσάς μου δώσει μια σωστή συμβουλή για τα μπλογκοστοιχειά που με κυνηγάνε...

Δεν μπορώ να βγάλω άκρη. Δημοσιεύω το προηγούμενο ποστ και σε ένα τέταρτο με μισή ώρα εξαφανίζεται από τα edit posts ενώ παραμένει στο main page.
Παράλληλα, "απαγορεύει την είσοδο" για όποιον θέλει να σχολιάσει.

Πειραματίζομαι, το ξαναδημοσιεύω, επιμένω, αλλά ξανά τα ίδια.
Το... μπλογκοφάντασμα, δε λέει να το βάλει κάτω.

Έχει κανείς σας καμμιά ιδέα;
Σημειωτέον, δεν έχω κάνει καμμία αλλαγή σε οποιαδήποτε ρύθμιση που να δικαιολογεί τέτοια "συμπεριφορά".

Ποιός από εσάς θα κάνει τα... μαγικά του;
Να'χα τουλάχιστον το λυχνάρι του Αλλαντίν...


(Στείλτε μου mail αν δεν τα καταφέρετε από τα σχόλια)
 
Σάλπαρε η Καπετάνισσα ώρα 13:52 | Πανάκι ξεδιπλωμένο | 15 ανάσες
Κυριακή, Ιουλίου 23, 2006
Ο Αλλαντίν δε μένει πιά εδώ

Γυ(ε)ρνάει ο ήλιος, ο Ιούλιος πρωτοχορευτής, κι εγώ αισθάνομαι σχεδόν ορφανή σ' έναν κόσμο ξένο, εχθρικό, βίαιο και ασυνάρτητο...

Κατ` Ανατολή να στρέψω την καρδιά με παροτρύνει ο τρυφερός μας
ποιητής, ο Σωκράτης, ο τεχνίτης του λόγου...
"Μαζεύει την ούγια της η θάλασσα τσουρουφλισμένη", κατά τα γραφόμενά του και καλά θα κάνω να πάρω ναυτάκια και ψυχή και να τραβήξω ρότα κατά κεί...

Σε ποιά Ανατολή να πάω τάχα...
Ποιό συναίσθημα να στρέψω στο φως...
Ανατολή για με σημαίνει αυγή, ξεκίνημα, άνοιγμα, αρχή, χάραμα, νιότη, νέα μέρα, καινούργια πράγματα, αισιοδοξία, άνοιξη, ζωή!
Ανατολή ίσον μαγεία, μυστήριο, δόσιμο, καρδιά, γενναιοδωρία, απόλαυση, χαρά, ένταση και πάθος.

Ανατολή πάει να πει παραμύθι...
Είναι για μένα οι ήρωες που με πήραν μωρό παιδί από τα χέρια και με ταξίδεψαν σε χώρες αλλιώτικες...Το Τζίνι απ' το λυχνάρι του Αλαντίν, η Σεχραζάτ, ο Αλή-Μπαμπά, ο κλέφτης της Βαγδάτης...

Είναι οι ατέλειωτες πορείες σε μια έρημο που απλώνεται στο κόσμο και ξάφνου, τελειώνει έτσι μαγικά, να: μ' ένα "άνοιξε σουσάμι"...
Καραβάνια με καμήλες φορτωμένες μετάξια, σεντέφια και χιλιάδες κοφίνια με σμαράγδια, μπριλάντια κι όλα τα πλούτη του φιλεύσπλαχνου προφήτη, που τραβούν για τ' άστρο της Ανατολής.
(Αμ, το λέει κι ο Καββαδίας: «για τ΄ άστρο της Ανατολής κινήσαμε μικροί, πουλί πουλάκι στεριανό θάλασσα δε σου πρέπει...»)

Ονόματα αλλιώτικα κι αλλόκοτα μαζί, χώρες κεντημένες με αθωότητα και ομορφιά, πόλεις μυστήριες και φιγούρες ζωγραφιές, σουκς που μοσχοβολάνε απ' τα μπαχάρια...
Μύθοι, που στήνονται στων ανθρώπων τα μυαλά για να τους δώσουνε ανάσα, να σταλάξουν όνειρο, να φέρουν ανθόκηπους στη παλάμη τους μέσα...

Για θυμήσου...
"Μια φορά και έναν καιρό σε μια μακρινή χώρα της ανατολής, ένα ολάκερο ασκέρι..."

Σε ποιά Ανατολή να περιπλανηθώ Σωκράτη;
Για που να σαλπάρω;
Που να ξεβράσω τα παραμύθια που μ' ανάθρεψαν, πάει να πει τις αλήθειες της ψυχής μου;

Η παραφροσύνη γεννάει στάχτη, εκεί που το τζίνι έκανε μαγικά...
Σε ποιόν να δώσω εντολή να πραγματοποιήσει τις ευχές μου;
Κι αν ανταμώσω -μεσοπέλαγα- τον Σεβάχ, να πλέει με το καράβι του κατά τη Βηρυττό, πως θα τον αντικρύσω;

Παραμύθια σαβανωμένα.
Ξεψυχήσανε για τα καλά. Έσβησε η ζωή τους.
Δίχως διάρκεια, χωρίς προοπτική.
Σκοτωμένους μύθους ν' αφηγηθείς; Πως και τι να πρωτοαναστήσεις!

Λαβωμένα παραμύθια περιφέρονται στους διαδρόμους του μυαλού και της συνείδησής μας εκλιπαρώντας για λίγο χώρο.
Μα εμείς, με το τηλεκοντρόλ στο χέρι, οργανώνουμε και εκτελούμε τον θάνατό τους.
Παγωμένα. Σχεδόν προγραμματισμένα.
Εκτελεστές. θάνατοι εν ονόματι της ζωής!

Μαζί με μια παιδικότητα που αιμορραγεί, λέω να θρηνήσουμε, να μυρώσουμε, να θάψουμε και το βεζύρη με τις τρείς βεζυροπούλες...
Και το
Χαλίφη, που δεν θα'ναι ποτέ στη θέση του Χαλίφη...


Δεν ξέρω αν υπάρχει ακόμα περιθώριο αναστροφής...
Όχι τίποτ' άλλο, μα... στα παραμύθια συμβαίνουν θαύματα κι αν τα ανασταίναμε... για σκέψου!

Άκου να τ' ανασταίναμε!
Πως; Χωρίς το λυχνάρι του Αλλαντίν;
Τι να πω πιά...
Φ ο β ά μ α ι !
Ναι. Κάτι ονειροπόλοι σαν και μένα, όπως μια πάρτη εδώ τριγύρω, αναμασούν τα λόγια τους...


Στα χείλη το Φ ο β ά μ α ι
από τις Ρόδες και την Ελευθερία Αρβανιτάκη...

Τούτα δω τα γραφτά που χάραξα με χρώματα σωρό στη καρδιά και στη σκέψη, τα σκορπώ στους αιθέρες και τα κύματα να φτάσουνε στο
Χ ν ο ύ δ ι
μας. Αφιερωμένα. Όλα. Κι ακόμα παραπάνω.



(Η εκπληκτική φωτογραφία (Ινδία) είναι του Claude Renault )




 
Σάλπαρε η Καπετάνισσα ώρα 20:29 | Πανάκι ξεδιπλωμένο | 10 ανάσες
Πέμπτη, Ιουλίου 20, 2006
Παππού Ηράκλειτε, 'ξηγήσου.

Πότε ήταν ο πόλεμος του Κόλπου; Δεκαπέντε χρόνια πριν; Τότε πρωτοήταν που εκκωφαντικοί θόρυβοι και μυρωδιά πολέμου ξεχύθηκαν από την μικρή οθόνη και τραυμάτισαν τον εφησυχασμό μας. Τότε, που μαζί με τη φωνή του εκφωνητή ακούσαμε το βόγκο του θανάτου. Με το μικρόφωνό του, είδαμε το μολύβι να εκτινάζεται.

Τότε ήταν που η ζωή μας αναποδογύρισε για τα καλά με την τηλεόραση. Χώρος και χρόνος, ένα κουβάρι.Η εικόνα εδώ, την ώρα που εκεί είναι γεγονός. Στιγμιαίο. Παρόν. Ούτε περιγραφές, ούτε αναγγελίες τύπου "νέες πολεμικές επιθέσεις στις 8". Το γεγονός. Αυτό καθαυτό. Η οπτική του μεταφορά. Η αποτύπωσή του. Η θέασή του.Ο χαλασμός, ως φαντασμαγορική έκρηξη. Ο θάνατος ως ήχος.

Μπουμπουνητά. Κανόνια να βαρούν. Ρουκέτες να πετάγονται σαν πυροτεχνήματα. Σκοπιμότητες που νομιμοποιούν το θάνατο.
Αλήτες που παίρνουνε αμπάριζα και βγαίνουν. Δημοκρατικά. Με τις ευλογίες της Παγκόσμιας Κοινότητας. Ανοχή, σημαίνει ενοχή λένε κάποιοι που ταχθήκανε να κουβαλάνε στους ώμους τους τα κρίματα της ανθρωπότητας.Έτσι θαρρούνε τουλάχιστον. Με παντιέρα ιδεολογική.


Μωρέ υπάρχουνε ακόμα ιδεολογίες; Θεωρίες; Πολιτικοκοινωνικά συστήματα; Φιλοσοφικά ρεύματα; Δίκαια κι άδικα; Χαρτούρα με διεθνή δύναμη; Ανθρώπινα δικαιώματα, για δες! Αυτό που λέμε "προτάσεις για έναν καλύτερο κόσμο;" Υπάρχουν. Κι εγώ τις αρθρώνω. Μουσειακά ευρήματα. Εκθέματα. Πίσω από προθήκες, ήδη κατασπαραγμένα.

Και νούμερα, νούμερα, αριθμοί σωρό.Που μετρούν ζωές καμμένες.
Ζ ω έ ς που να πάρει...
Μας έχουν πολτοποιήσει οι αριθμοί. Μας ισοπέδωσαν. Αναισθητοποίηση. Αριθμοί που μετρούν την εκατόμβη, που μπλέκονται με άλλα νούμερα, που αθροίζουν ανάσες πανικοβλημμένων ανθρώπων που διακόπηκαν.
Αριθμοί που μετράνε απελπισίες, σπαραγμούς μανάδων, τραγικά αδιέξοδα, κόλαση που θεριεύει.
Αριθμοί.
Νεκροί τωρινοί, σύγχρονοί μας. Άσε τους ιστορικούς του μέλλοντος...

Ακόμα κι όταν αναπνέει η ζωή, με τους αριθμούς παραμορφώνεται. Μυρίζει καμμένο.
Αριθμός και χάος.

Εθισμένοι στους αριθμούς, δεν στεκόμαστε στον άνθρωπο.
Κι αν είναι ίδιες οι μάχες τελικά -στην ουσία είναι-, οι άνθρωποι που σκοτώνονται είναι άλλοι κάθε φορά.
Κι ο καθένας τους, μοναδικός.

Τρόμος στην αναφορά του πολέμου.
Ξόανο, για κάθε πολιτισμό.

Κατάρα μας να τον έχουμε πατέρα, παππού Ηράκλειτε;
Να κουβαλάμε κτηνώδη ένστικτα ψυχοβγάλτη Φρόυντ;
Να μας σέρνει ο ιμπεριαλισμός απ' τη μύτη μαχητικέ Μαρξ;

Έχουμε χάσει το μπούσουλα.
Ανατροπή ισορροπιών λένε οι αναλυτές. Αποσταθεροποίηση.
Δώστε μου τον ορισμό της σταθερότητας. Please... Και της ισορροπίας.

Χάσαμε το μπούσουλα, ναι.
"Ο μπούσουλας είναι που στρέφει, ή το καράβι;" λέει ο Καββαδίας...
Τα ζωντανά τα βλέπουμε φτιαχτά και οι κατασκευές μας γελάνε πως είναι ντοκουμέντα...

Θ έ λ ω μια φλογίτσα. Να, μια σπίθα. Να 'ρθει να μου δείξει, έτσι σημαδιακά, ότι υπάρχω ακόμα ως άνθρωπος.
Χώμα και νερό. Σάρκα και αίμα. Και ψυχή όμως.
Που πετιέται στους δρόμους και σαπίζει.
Άνθρωπος. Που αναταράσσεται. Κι ανατριχιάζει.
Άρα, οι τηλεοράσεις δ ε ν του έκαναν οικείο θέαμα τους βομβαρδισμούς στους αμάχους.


Αυτό φοβούμαι πιό πολύ. Τη συνήθεια. Την ύπουλη, δηλητηριώδη εσωτερίκευση. Τη νωθρότητα. Εκείνο το "ε, και;" Η χαρά της εξουσίας. Το γλέντι των ισχυρών. Πολίτες με χαλαρές συνειδήσεις. Φτού μας.
Πιότερο κι απ' τη σφαίρα, αυτό με τρομάζει.
Μα είναι το ίδιο θαρρώ.
Θ ά ν α τ ο ς. Από μέσα.
 
Σάλπαρε η Καπετάνισσα ώρα 13:45 | Πανάκι ξεδιπλωμένο | 23 ανάσες
Τρίτη, Ιουλίου 18, 2006
Μουσική, η Μήτρα
Το Σάββατο το βράδυ. Μ' ένα σκοτάδι καλοκαιρινό, πρωτοφανέρωτο θαρρείς και νοτισμένο, να σκύβει ίσαμε τη γη. Την άμμο. Τη σκηνή.
Στο κάστρο της Μυτιλήνης.
Ρεμπούτσικα-Καλαντζόπουλος-Πασπαλά.

Να πάμε; Να πάμε.Να μας πάει πάλι η μουσική. Η θηλυκιά. Η ζωοδότρα. Μήτρα αυτοπροσώπως. Να πάμε με φορτωμένες τις κοχλιδώσεις των αυτιών.
Τι φλοίσβος, τι τζιτζικο- τράγουδα, τι πιτσιρικοχάχανα, τι εσπερινές
αύρες, τι απέραντες σιωπές, ατραυμάτιστες, ατόφιες...
Ποιός να συναγωνιστεί τώρα τέτοιες μουσικές! Ποιός ν' αγγίξει μιλιές της φύσης και της ψυχής...
Ανυποψίαστοι. Ανίδεοι. Μέχρι και αδαείς. Γι' αυτό παραδομένοι. Απόλυτα όμως. Εντελώς.

Κι αρχίσανε χορό οι ήχοι. Κι είπανε να κοντράρουνε τις μάγισσες. Τα ξωτικά της βρεγμένης νύχτας. Κι όλα τα θαλάσσια πλάσματα, τα μυθικά, τα βυθισμένα. Ν' ανέβουν πάνω όλα τα στοιχειά. Ν' αγκαλιαστούν και να χορέψουν. Μ' όσα στήνουν οι άνθρωποι. Μ' όσα γεννά η Μήτρα.

Και σκαρφάλωσε στη σκηνή το κόκκινο βιολί της Ευανθίας. Μες στο μαύρο. Της νύχτας του Ιούλη. Κι αρχίσανε να τρέχουν νότες απ' τις πολεμίστρες. Να χύνονται μουσικές, να ποτίζουνε τους πόρους. Να μπαίνουνε στο δέρμα, να γραπώνονται, ν΄απλώνουν...

Κι άκουσε η θάλασσα και σώπασε το κύμα. Ζήλεψε, το πιστεύεις; Κι είπε ν΄ανέβει, να φουσκώσει, να φτάσει ψηλά, ν' ακούσει καλύτερα, να κονταροχτυπηθεί με το κάστρο, να καταπιεί ήχους και φωνές, να τους κλείσει μέσα της, να τους μάθει... Και σίμωσαν και τ' άστρα, να πέσουν είπανε, να τσακίσουνε στα δυό, να μοιραστούνε. Άστρα κι αστερίες ν' αφουγκραστούν τα γήινα. Που τα νομίζαν φτωχικά.

Έχω ασχοληθεί με τη μουσική για χρόνια. Έχω τριφτεί. Σχεδόν όλες οι στιγμές της ζωής μου, στιγμές ακρόασης. Συλλογής. Και περί-...
Όταν πρωτακούμπησα δίσκο, βινύλλιο βέβαια, ένα 45άρι του Χατζιδάκι, "Ο Ιρλανδός κι ο Ιουδαίος", ήμουν αμάθητη στα μεγάλα. Τα ωραία κι αληθινά. Κρατούσα το δισκάκι -θυμάμαι- αμήχανα, σχεδόν με φόβο. Έλεγα πως τ' ακροδάχτυλά μου θα πληγώσουν τις χαρακιές του. Θα σωπάσει -εξαιτίας τους- η γιορτή. Κοίταζα τη βελόνα του πικ-απ και συλλογιζόμουν πως τούτος ο δημιουργός δεν θα'ναι άνθρωπος. Δεν μπορεί να είναι άνθρωπος. Μονάχα από θεϊκά χέρια γράφεται τέτοια Δημιουργία. Αντάξια ενός Πλάστη. Του κόσμου όλου.

Έτσι δεν πίστευα και το Σάββατο που μας πέρασε. Στο κάστρο της Μυτιλήνης. Με την εξαίσια ορχήστρα, την απογειωτική Ρεμπούτσικα, τον Καλαντζόπουλο της τρυφεράδας και της επιδεξιότητας και την Πασπαλά πιό "γόνιμη" παρά ποτέ. Όλοι μαζί, μια γέννα. Όλοι μαζί, παιδιά της μουσικής. Τους οφείλω ένα γέμισμα ψυχής σε τόπο ανοιχτό. Μία από τις καλύτερες, τις πιό μεστές και απολαυστικές συναυλίες που έχω παρακολουθήσει.

Ξέρω, το'χετε, μάλιστα δεν είναι mp3, μα ο πειρασμός είναι μέγας:
Ο Σ τ α θ μ ό ς, από την αγαπημένη Πολίτικη Κουζίνα...



(Απόψε θα πετάξω με Πρωτοψάλτη. Αύριο, τα σημάδια απ' τα φτερουγίσματα)
 
Σάλπαρε η Καπετάνισσα ώρα 18:42 | Πανάκι ξεδιπλωμένο | 16 ανάσες
Δευτέρα, Ιουλίου 17, 2006
Αλμύρα σε κονσέρβα

Πόσα να 'ναι τάχα -συλλογιέμαι- τα ταξίδια που κάνουμε με αφορμή έναν τόπο, ένα σεργιάνι, ένα σαλπάρισμα...

Ένα, είναι εκείνο της προετοιμασίας. Το "πριν". Ένας ολάκερος κόσμος στημμένος στο μυαλό. Εικόνες, σενάρια, ακούσματα, υποσχέσεις, στιγμές που απέχουν... να, μια ανάσα μοναχά, σχέδια που αθέλητα μπαινοβγαίνουν στο μυαλό κι αγωνίες γλυκές και "θα" ασχημάτιστα κι άλλα μισοχρωματισμένα κι οι ώρες πεισματάρες να μην κυλούν κι ένα σωρό "αχ" που σπρώχνουν τ' όνειρο να σμίξει με το χρόνο, να τον φέρει κοντά, ν' αρπάξει το στεναγμό και να τον κάνει βαθιά ανάσα λύτρωσης...

Δεύτερο, είναι το ίδιο το ταξίδι. Απτή πραγματικότητα που κοροϊδεύει κάθε περίσσια σκέψη. Άλλος ουρανός, αέρας άλλος και συ...ίδιος μέσα σ' έναν άλλον εαυτό, ή, άλλος μέσα σ' έναν ίδιο;
Να μπορούσα να το διαβάσω μέσα στις φωτογραφίες, να το δω...
Σ' αυτές, που μιλούν για την παρούσα στιγμή, που ποτέ δεν θα'ναι ξανά όπως ήταν εκεί, τότε, έτσι...
Να'ναι καλύτερα τώρα που δεν εμφανίζουμε καν τις φωτογραφίες;
Τη γλυτώνουμε λες;
Να φωτογραφίζουμε άραγε από συνήθεια; Ακόμα χειρότερα, νομίζοντας πως θα γραπώσουμε το χρόνο σ' ένα κλικ;
Πες μου τότε, αυτή η κιτρινισμένη φωτογραφία ταυτότητας, η ξεθωριασμένη, η χωρίς απόχρωση, η κομμένη στις γωνίες, με τις μουντζούρες τις ασήκωτες, τι να'ναι τάχα;
Θα σου πω εγώ. Η ζωή μου. Για χάζι.Να'χω να κοιτώ, να'χω να μετρώ.

Τρίτο, το ταξίδι το "εκ των υστέρων". Το μετά. Το "κατόπιν εορτής". Το "μαζευτήκανε οι φίλοι να μάθουν πως πέρασες". Χρωματισμένο μια και καλή. Τελειωμένο μια και καλή. Κι ας το αρχίζεις ξανά. Αναποδογυρίζεται ο χρόνος; Ποιός στο 'πε; Ποιός τόλμησε να πεί...

Πόσα, μα πόσα ταξίδια...
Ταξίδια βιαστικά. Που 'γιναν γρήγορα θύμηση γλυκειά και ζεστή.
Κι άλλα ταξίδια. Αναπάντεχα. Δώρα χαράς σαν παράνομες νύχτες εφηβείας.
Κι ακόμα άλλα. Ανατροπής τούτα εδώ. Να περιγελούν τον "προγραμματισμό" σου. Και να'ναι για καλό.
Ταξίδια που τρυπώσανε γρήγορα-γρήγορα σε παραμυθόκοσμους. Να μην τ' ακουμπάς. Να τ΄ακραγγίζεις μόνο. Μη χαράξουνε, μην αλλάξουνε...
Έπειτα, ταξίδια πνιγμένα σε δάκρυα ενθουσιασμού και κούρασης γιατί τα'χεις αγκαλιά για χρόνια σαν όνειρο, σαν προοπτική και τώρα γίνονται καρφί στο βλέμμα -μα πως; να δεις, να σφαλίσεις μάτια κι αν φύγει η στιγμή; κι αν έφυγε ήδη η στιγμή;- ...

Γύρισα. Το κλειδί στην πόρτα λέω. Κι είναι χαρά που σας βρήκα εδώ. Σάλπαρα με πίεση. Φορτώνοντας βαλίτσες έπεσε πάνω στο αυτοκίνητό μου ένας ανόητος. Με φόρα. Και με ολόκληρο τανκ. 4Χ4. Θηρίο. Αφήνω τα περαιτέρω. Ας το να πάει στο διάβολο. (Κι ήταν και παπάς...)

Σκεφτόμουν να κλείσω κάμποση αλμύρα σε κονσέρβα. Να σας φέρω. Μπας και κρατήσει. Βλακείες. Λες κι έχω το δικαίωμα εγώ να στεγνώσω τη θάλασσα.
Στο κάτω-κάτω δεν μας πρέπει τίποτα λιγότερο.


(Η φωτογραφία δυό ημερών, από το Πλωμάρι Μυτιλήνης)

Για ό,τι ξεμακραίνει και μεταφέρεται και αλλάζει χρόνο κι εμείς λαχανιάζουμε προσπαθώντας και ξανά και λίγο ακόμα και... και... και...:
Iggy Pop - Sea Of Love
 
Σάλπαρε η Καπετάνισσα ώρα 18:54 | Πανάκι ξεδιπλωμένο | 13 ανάσες
Κυριακή, Ιουλίου 09, 2006
Πρόσσω ολοταχώς.

Θα'ναι Κυριακή 9 Ιουλίου.
Στη σκέψη, καθυστερημένα πρωινά ξυπνήματα, θάλασσες να μη χορταίνεις να βουτάς, να ξεπλένεις τα μέσα και τα έξω, να ραντίζεις τον κόσμο όλο, ν' αρμενίζεις.


Θα'ναι Κυριακή 9 Ιουλίου.
Στη σκέψη, αργόσυρτα δειλινά, τζιτζίκια που στήσαν πανηγύρι, βανίλλιες υποβρύχιο, καφές βαρύς και νεράκι δροσερό στον καφενέ και όλα τα γέλια των παιδιών να τρέχουν στ' ακρογιάλι.


Θα'ναι Κυριακή 9 Ιουλίου.
Στη σκέψη, μεθυσμένα βράδια ντυμμένα στα λευκά, με το σημάδι του ρολογιού στον καρπό και το φιλί σου να αιωρείται πίσω, στη βάση του λαιμού.


Θα'ναι Κυριακή 9 Ιουλίου.
Θα σφυρίζει το βαπόρι δυνατά και γω, κρεμασμένη στην κουπαστή θα βλέπω τη γκρίζα ζωή ολοένα να μικραίνει, ολοένα να θολώνει.
Θα βγάλω τα γυαλιά ηλίου να μπεί καλά ο ήλιος μέσα, καλά όμως κι έπειτα θα υψώσω μαντήλι αποχαιρετισμού.

Θα'ναι Κυριακή 9 Ιουλίου.
Το πλοίο θα σαλπάρει, θα κοιτάζω τ' απόνερα και θα 'χω το πιο βαθύ χαμόγελό μου. Όχι αυτό που ξέρω απ' τον καθρέφτη ότι μ' ομορφαίνει, όχι, όχι. Το άλλο. Που αναδύεται θριαμβευτικά μόλις ο ήλιος εισχωρήσει. Μόλις μυρίσω τη γη μου. Που 'ναι απ' αλμύρα κι όχι από χώμα.

Θα'ναι Κυριακή 9 Ιουλίου.
Κι εγώ θα σας αποχαιρετώ την ώρα που γυρίζει ο ήλιος.
Στο πορφυρό. Στο πιό βαθύ του χρώμα.

Και θα σας τραγουδώ τον
Α π ο χ α ι ρ ε τ ι σ μ ό
του Κώστα Μουντάκη.
Με τον συντοπίτη Μανόλη Λιδάκη.

Ώρα μου καλή.
 
Σάλπαρε η Καπετάνισσα ώρα 17:30 | Πανάκι ξεδιπλωμένο | 15 ανάσες
Σάββατο, Ιουλίου 08, 2006
Βίρα την άγκυρα και λάσκα σιγά-σιγά τους κάβους!

Θυμάμαι που, στα χρόνια τα μικράτα μου, ήθελα να γίνω ναυτικός.

Γελούσανε οι συγγενείς, το λέγανε γι αστείο στις βεγγέρες "κορίτσι πράμα, να'χει όνειρα 'σερνικού!"

Βλέπεις, τότε, το "ταξίδι" κι η "θάλασσα" κρύβανε περιπέτειες! Εικόνες μαγεμένες. Ξωτικές, αλλόκοτες μυρωδιές...
Αυτό το αλλιώτικο, το διαφορετικό, έπαιρνε απίστευτη διάσταση στο παιδικό μυαλό.

Καθόμουν στο δρόμο, στο πεζούλι συχνά και κοίταζα τις τσιγγάνες που περνούσαν με τα πολύχρωμα φουστάνια τους κι εκείνο το γέλιο το πληθωρικό που αγκάλιαζε τη γειτονιά.

Τι γυναίκες! Έχοντας για καμάρι την ομορφάδα της μελαχρινής, διαλαλούσαν την πραμάτεια τους. Στο σεντούκι τους, προικιά ξεχωριστά σε ύφανση και τέχνη, ή, αρκετά συχνά, η... αποκάλυψη του πεπρωμένου. Κι αυτό ξεχωριστό. Το ριζικό. Ασημωμένο.

Εκείνο που πιό πολύ με γοήτευε δεν ήταν η εμφάνιση, ο τρόπος, η ματιά που, μην έχοντας άλλη επιλογή, επιβάλλεται για να την αποδεχτείς.
Ήταν η σκέψη ότι για σπίτι έχουν την τέντα, που την στήνουν εδώ, ύστερα αλλού, έπειτα παραδίπλα. Είχα στο νού μου καραβάνια ολόκληρα να πορεύονται για μέρες αλλάζοντας το εδώ με το εκεί, γεφυρώνοντας τόπους, σμίγοντας πολιτείες.

Θεωρούσα λοιπόν πως η τσιγγάνικη φυλή έχει συγγένεια με τους ναυτικούς. Σχεδόν το ίδιο, έλεγα μέσα μου.
Να μη ριζώνεις πουθενά. Να βλέπεις άλλα κι άλλα κι άλλα. Να ταξιδεύεις.

Ήτανε και τα "ταξίδια του Γκιούλιβερ" βέβαια. Κι ο Φιλέας Φογκ που'κανε μια χαψιά τις αποστάσεις. Κι ο μικρός Ρεμύ στο "Χωρίς οικογένεια". Κι εκείνο το τροχόσπιτο στο "Με οικογένεια"!

Μετά ήρθε "Το ταξίδι μου" του Ψυχάρη και η"Ιθάκη" που έδωκε τ΄ωραίο ταξίδι κι έκανε το θρανίο σκαρί κι η σκέψη πήρε μυρωδιά από αλμύρα... Κι έπειτα ο Καζαντζάκης και κάτι αφηγήσεις των μεγάλων που παραταξίδεψαν κι είχαν να λένε σιγανά κι εμείς να κρυφακούμε...κι ο Καββαδίας μια ανατριχίλα κι ένας χαλασμός.

Σκεφτόμουνα σκαμμένα απ' την αλμύρα πρόσωπα, καμμένα ανελέητα από τον ήλιο, ματιές που ξέρουνε πολλά κι αυτά, τα πολλά, τα λένε μες στα λίγα, άκουγα ναυτικά παραγγέλματα που στοίχειωναν τον ύπνο μου, έβλεπα θάλασσα γυαλί και στοχαζόμουν την κρυμμένη της αντάρα...

Βρήκε έδαφος ονειροπόλο η εικόνα του ναυτικού. Μακρινή και μυθοποιημένη. Μπορεί και να 'γινε το σκάφος της φυγής. Το μυρωμένο αεράκι της κουπαστής που μουρμουρίζει μυστικά και μαγικά κόσμων μακρινών, περιπέτειες που μόνο έτσι μπορούν να ιστορηθούν. Στη θάλασσα. Στην απαρχή του κόσμου.

Χαζεύω εικόνες νησιώτικες σήμερα.
Κι έχω βαλίτσες ανοιχτές. Οι χάρτες εδώ, να ορίσουμε πορεία.
Αφήνω λιμάνια αύριο, πάω προς το βορρά.

Κάθε τι καθημερινό, τυποποιημένο, κάθε στερεότυπη κίνηση μου πέφτει βαριά. Η σκέψη πνίγεται απ' το μετά. Το εκεί.

Είπα να πάρω πυξίδα μαζί μπας και χρειαστεί. Μα είναι μεγάλα τα παπόρια της Κρήτης, δεν την έχουνε ανάγκη.
Κι εγώ, παποράκι ακυβέρνητο η σκέψη μου, καλύτερα να μην την έχω.

Θα κάτσω να χαζεύω τις μανούβρες του καπετάνιου πάλι. Μπορεί και να δίνω οδηγίες σιγανά. Κι αν με κοιτάξει κανένας συνταξιδιώτης παράξενα, "παιδί, ήθελα να γίνω ναυτικός" θα του πω.

Και μέσα μου η αντάρτισσα φωνή θα συμπληρώσει "ακόμα θέλω".
 
Σάλπαρε η Καπετάνισσα ώρα 20:18 | Πανάκι ξεδιπλωμένο | 13 ανάσες
Παρασκευή, Ιουλίου 07, 2006
Απαγορεύεται το οράν





Ώρες-ώρες καταριέμαι την ώρα και τη στιγμή που έμαθα να βλέπω -

δε μου 'φτανε και μένα μόνο να κοιτώ;




 
Σάλπαρε η Καπετάνισσα ώρα 22:01 | Πανάκι ξεδιπλωμένο | 16 ανάσες
Θα τα(με) φυ(ι)λάς;

Να σε δω, να βρεθούμε, ναι.
Να μιλήσουμε, να πούμε, να πιούμε, ν' αγγιχτούμε.
Ν' αγγιχτούμε! Μια επαφή...
Η επαφή λειτουργεί με όλες τις αισθήσεις παρούσες - το ξέρεις ε;- αλλιώς γίνεται παραίσθηση ή όνειρο που εξαχνίζεται στον πρωινό αέρα...

Το θέρος θεριεύει κι εμείς πάμε κι ερχόμαστε, σέρνοντας καθημερινότητα ανάκατη μ' ονείρατα, ιδρωμένα δάχτυλα και στεναγμούς μαζί.
Κοίταξέ μας! Καμωνόμαστε (στους εαυτούς μας δήθεν εξομολογήσεις) πως αυτό είναι το ζητούμενο.

Το Άγιο Καλοκαίρι κι ο Έρωτας Θεός μας τριγυρνάνε, μας ζαλίζουν, όπως τα ενοχλητικά εντομα που δε λένε να φύγουν όσο κι άν τ' αποδιώχνουμε, μην τραυματίσουν τη γαλήνη που με κόπο στήσαμε...

Μεγάλοι άνθρωποι... ενήλικες -για να σαρκάσω- παίζουμε το κρυφτούλι -όχι μεταξύ μας- απ' αυτά που μάλλον νιώθουμε, αλλά δεν... και ίσως, μπορεί, που ξέρεις, εάν... αρκεί να μην... κάποτε πιθανόν, αν οι προϋποθέσεις ..., οι κατάλληλες συνθήκες και... η ώρα δεν είναι αρκετή... προλαβαίνω μου φαίνεται... στο γραφείο όμως... αχ, ξέχασα με περιμένουν... ναι, θα γίνει... να ρθεί η άδεια μόνο και, που είσαι; τ' όνειρό μου που λαγοκοιμάται, έτσι εύθραυστο και τρυφερό... σαν την "ωραία κοιμωμένη"... που είσαι λέω..., καλοσυντηρησέ το...

Έλα, θα τα φυλάς εσύ; Κλείσε τα μάτια, μην κάνεις και ζαβολιές, μέτρα ως το δέκα κι εγώ θα τρέξω να χωθώ στην κρυψώνα μου...
Α! Και όποιος πρωτοπρολάβει ας φωνάξει...
φ τ ο ύ ..... ξ ε λ ε υ τ ε ρ ί α!

Να ελευθερωθούμε... ή μήπως όχι; Μπορεί να είναι έτσι πιό καλά....
Να Είσαι. Να Είμαι. Εσύ - Εδώ. Εγώ - Εκεί.
Εμείς οι Δυο και....

Κάτι που φεύγει κι έρχεται διαρκώς ανάμεσα μας, ένα ανακυκλούμενο θαλάσσιο ρεύμα ίσως, που απλώνεται ακαθόριστα στο απέραντο πέλαγο που μας ταξιδεύει.
 
Σάλπαρε η Καπετάνισσα ώρα 00:50 | Πανάκι ξεδιπλωμένο | 13 ανάσες
Πέμπτη, Ιουλίου 06, 2006
Κάτι που σκίζει τις θολές γραμμές των οριζόντων...

Νότες που ψάχνω με μανία ν' ακούσω όταν διαβάζω Καββαδία, να ταιριάξουν με τις λέξεις του, σάμπως να βγαίναν από τα επιδέξια δάχτυλά του σε έγχορδα ψυχής.


Ο Ζερβουδάκης, στο λατρεμένο "Γράμμα σ' έναν ποιητή"
(στον ποιητή Καίσαρα Εμμανουήλ),

δεν φανερώνει μια γλυκιά ηρεμία ανθρώπου που ξεπέρασε το πάθος της υπερβολής για να χαρεί την υπερβολή του πάθους;


Έτσι θαρρώ πως θα 'σαι τη νύχτα που θα σε δώ
και στο βυθό σου θα λαμπυρίζουν όστρακα,
θ΄αργοσαλεύουν αστερίες και θα με τρεμοπαίζουν άγριες πεταλίδες.
 
Σάλπαρε η Καπετάνισσα ώρα 00:14 | Πανάκι ξεδιπλωμένο | 12 ανάσες
Τετάρτη, Ιουλίου 05, 2006
Τη θάλασσα τη θάλασσα, ποιος θα μπορέσει να την εξαντλήσει;

Λύστε τους κάβους;
Δε θα'σαι καλά!!
Ανταριασμένη η κυρά, ανεμοδαρμένος ο τόπος...
Να προσμένω τη μπουνάτσα λέω.

Τι είπες; Έχω άγκυρες βαριές που με κρατούνε δέσμια;

Εντάξει. Φορτωμένα τοπία αυτήν την εποχή στον μικρόκοσμό μου.

Κάποιες στιγμές -δε λέω-, στήνω αυτί να πιάσω το ελάχιστο απ' την ανάσα σου, ν' αρπάξω ένα βιαστικό σου χτυποκάρδι...

Μπαινοβγαίνω στο εδώ και στο εκεί, πατώ άσφαλτο και άμμο, θωρώ μπετόν και κύμα μαζί.
Κι όλο ρωτώ τους αγέρηδες που τρέχουνε τι ιστορίες -τάχα- στήνεις, ποιους ουρανούς ανοίγεις και περνάς...

Κοντοστέκονται οι άνεμοι και με ρίχνουν χάμω.

Όσο σκουντουφλώ απ' την ορμή τους, τόσο πιό κοντά στη θάλασσα θα πέφτω...


(Ο τίτλος είναι στίχος του Σεφέρη.
Η φωτογραφίες, του Angel Alvarez Paisajes)

 
Σάλπαρε η Καπετάνισσα ώρα 14:06 | Πανάκι ξεδιπλωμένο | 9 ανάσες
Τρίτη, Ιουλίου 04, 2006
Πρώτο ταξίδι, έτυχε ναύλος για το Νότο;

Αχ, μα... πως το ξέχασα και δεν σου είπα...
Εδώ και μέρες βιάζομαι να τελειώσω κάτι μικροεπισκευές στο σκάφος μου (εκείνο το ωραίο καραβόσκαρο που'χω αραγμένο στο λιμάνι)...
Τρέμω μην τυχόν και χαλάσει ο καιρός, στην Αθήνα βρέχει του σκοτωμού κι εδώ ο Αίολος παίζει με τις αντοχές μας!
Γιατί; Χμ... Γιατί ετοιμάζομαι να φύγω για ένα αλλιώτικο ταξίδι.
Στις μεσογειακές γειτονιές του κόσμου, τραγουδώντας
O Mare e Tu, με τον Νταλάρα και την πληθωρική φωνή της Dulce Pontes!

Προχθές το βάφτισα κιόλας το τρελοβάπορό μου: "ΔΡΑΠΕΤΗΣ". Σήμερα φόρτωσα και τις προμήθειες. Με περιμένει ένας θαλασσόλυκος! Σου έχω πει γι'αυτόν; Τρυφερός, παιχνιδιάρης, αινιγματικός, χυμώδης και καραβοκύρης!

Η ζωή του είναι να σηκώνει άγκυρες και... να σου πω; Όλο κάτι γοργόνες έχει στο νού του! Ξέρεις, από κείνες που πείστηκαν ότι πέθανε ο Μέγας Αλέξανδρος και ξέπεσαν σε κάτι κοινούς θνητούς τελικά...

Θα ταξιδέψουμε παντού, πάνω σ' ενα σκαρί, εξόριστοι, ηλιοκαμμένοι, πνιγμένοι στην αλμύρα και στο γαλάζιο...

Μάλτα... Στο κάστρο των ιπποτών του τάγματος του Μαύρου Αετού κι από κάτω η Βαλλέτα φωτισμένη. Πορτογαλία... Λισσαβόνα στα στενά δρομάκια, σε κείνα τα μικρά μαγαζάκια που τραγουδάνε τα "φάντος". Θα του αρέσουν πολύ, γιατί ότι βγαίνει μέσα από τη ψυχή και ότι είναι αληθινό, ακουμπάει στ' όνειρό του...

Κι η θάλασσα, αχ πόσο αγαπά τους βυθούς, τα βράχια, τους ορίζοντες που χάνονται κι ανοίγουν!

Θα με περιμένει άραγε;
Θα τον προλάβω ποτέ ή θα έχει φύγει όταν φτάσω;
 
Σάλπαρε η Καπετάνισσα ώρα 17:37 | Πανάκι ξεδιπλωμένο | 10 ανάσες
Δευτέρα, Ιουλίου 03, 2006
Λυκαυγές ή λυκόφως;

Βρισκόμουν στην αμμουδιά χθες που σουρούπωνε, αυτήν την άγια ώρα που σμίγουν ουρανός και γη κι άνθρωποι. Οι σκέψεις, στο βυθό τους/της...
Για τα κύματα που μας οδηγούν εκεί που θέλουν να μας ξεβράσουν.
Να μας ξεβράσουν, η ανάλογα με την όρεξη τους, να μας καταπιούν.
Είναι να μη βρεθεί η ψυχή μας, άδειο κοχύλι, πεταμένο στο θυμό τους...

Κι έτσι απρόσμενα, έζησα στιγμές, μοναδικές σε χρώμα και ομορφιά.
Δίπλα μου, μια φιγούρα μες στα μαύρα, αποκαμωμένη, σκυφτή, να σέρνει βήμα και κορμί, να σέρνει τη ζωή της κι όλο το κόσμο μαζί, στάθηκε, πήρε θαρρείς κουράγιο απ' τη σπατάλη του μπλέ τριγύρω, έβγαλε βαθύ στεναγμό κι έκατσε κατάχαμα.

Καθώς λοιπόν καλοδεχόταν την πρώτη βαθιά αναπνοή του ταξιδεμένου θαλασσινού αγέρα, μια φωνούλα κελάηδησε δίπλα της:
«Γιαγιά, θέλεις ένα μπισκότο;»
Ήταν ένα αγοράκι, πανέξυπνο, παιχνιδιάρικο μούτρο, γύρω στα έξι.
«Όχι, ευχαριστώ», αποκρίθηκε η γιαγιά, υποπτευόμενη -προφανώς- ότι το πασαλειμμένο με άμμους τσαντάκι του θα περιείχε επίσης βατραχάκια και άλλους «θησαυρούς».
Το προσωπάκι του πιτσιρικά σκοτείνιασε από απογοήτευση.
«Τώρα που το ξανασκέφτομαι», είπε μετανοώντας η γιαγιά, «πολύ θα ήθελα ένα μπισκότο».
«Σ’ αρέσουν οι αχιβάδες;» Ρώτησε ο μικρός. «Έλα, θα σου βρω μερικές.»
Έχωσε το χεράκι του σ’ εκείνο της γιαγιάς και την οδήγησε στην αμμουδιά που χρύσιζε και γαλήνευε και σκορπούσε γλύκες.

Μεμιάς, ξεκρέμασε τον πορτοκαλί ήλιο η γιαγιά και τον φόρεσε στο πρόσωπο.
Κάνει μιά να σκύψει, μα ο μπόμπιρας την προλαβαίνει!
Κι αρχίζει να μαζεύει για το χατίρι της όλα τα θαλασσινά πολύτιμα… κοχύλια και χίλια δυο όμορφα και –στην ουσία- ακριβά…

Διέσχισαν λοιπόν την αμμουδιά με τον πιτσιρίκο να κάνει «ωωωω» και «αααα» κάθε λίγο και λιγάκι και με τη γιαγιά να χαίρεται μαζί του…
Απλές εικόνες, ε; Ναι, τόσο απλές.
Μυστηριακή η επαφή ανάμεσα σε ηλικίες τόσο αλλιώτικες μα καθόλου ξένες.

Πόσο καθαρή εικόνα τούτη δω...
Να μη κοιτώ μόνο, μα να βλέπω ότι όλοι μας, όσο γερνάμε, έχουμε την ανάγκη να αφουγκραζόμαστε τη στιγμή, τη ζωή, με την εμπιστοσύνη, τη γενναιοδωρία, την αθωότητα ενός παιδιού.

Για δες! Ποτέ δε γερνάμε συναισθηματικά. Τα σώματά μας αλλάζουν, αλλά δεν αλλάζουν οι συναισθηματικές μας ανάγκες.

Έπειτα ήρθαν στη σκέψη η global και ο kyriaz και τα γραφτά τους για τις απουσίες που βαραίνουν στη ψυχή και φτωχαίνουν τη ζωή μας.
Και σκέφτηκα πως αν ήταν εδώ, στης θάλασσας την άκρη, θα νιώθανε πως είχαν τους δικούς τους κοντά. Και θα ΄τανε γλυκά και ήρεμα.

Ακούγοντας το γέλιο και το τρεχαλητό του πιτσιρικά και, βλέποντας τις γεροντικές ρυτίδες που μερέψανε, ένιωσα τόσο καλά!
Καμάρι σκέτο η γιαγιά, για τη μακροζωία της αλλά και για την άγουρη τη νιότη που'χε πλάι.
Στολίδι και φυλαχτό!

Πετράδι σωστό κι η θύμηση της γιαγιάς μου, η οποία –τι ευλογημένη!- ουδέποτε θεώρησε ότι ήταν γριά. Κι όλο μουρμούριζε ψευτοενοχλημένη:
«Μα… πως κάνετε έτσι όλοι σας! Δεν είναι και τίποτα! Απλώς, έχω ζήσει περισσότερο από τον πολύ κόσμο»!
 
Σάλπαρε η Καπετάνισσα ώρα 16:39 | Πανάκι ξεδιπλωμένο | 10 ανάσες
Σάββατο, Ιουλίου 01, 2006
Ποιά να 'ναι η πατρίδα της μ ο ν α ξ ι ά ς....


"Κάπου, φαίνεται, θα διασκεδάζουν μόλο που δεν υπάρχουν διόλου σπίτια ή άνθρωποι

ακούω κιθάρες κι άλλα γέλια που δεν είναι σιμά

Μπορεί και μακριά πολύ μέσα στων ουρανών τ'αποκαΐδια

την Ανδρομέδα,

την Άρκτο

ή την Παρθένο...

Άραγες να ναι η μοναξιά σ' όλους τους κόσμους η ίδια ";

(Δεν μπορώ να θυμηθώ την πατρότητα των λόγων που δανείστηκα, γι' αυτό δεν διακινδυνεύω εικασίες.Κάλλιο να το ρίξω στο τραγούδι).
Κατσιμιχάκια: Τ ο δ ω μ ά τ ι ο. Σε ποίηση Λένας Παππά.
Να στο πετάξω στα μούτρα.


 
Σάλπαρε η Καπετάνισσα ώρα 23:51 | Πανάκι ξεδιπλωμένο | 16 ανάσες
Το καλοκαίρι να βουτάει στα χείλη μας...

Ας υποδεχθώ τον νιόβγαλτο Ιούλιο κι ας προσπαθήσω να τον γητέψω με ευχές...
Το καλοκαίρι αρμενίζει, ε;
Καλοκαίρι των ταξιδιών και των αστεριών...
Καρπούζι που σταλάζει γλύκα, βήμα χωμένο στην άμμο, αύρα στην κουπαστή του πλοίου! Καλώς ήρθες Ιούλιε!
Να μας χαϊδέψεις!


(Φωτογραφία του Λεωνίδα Ηρακλειώτη)

 
Σάλπαρε η Καπετάνισσα ώρα 11:40 | Πανάκι ξεδιπλωμένο | 5 ανάσες


Layout design by Pannasmontata


©
Creative Commons License
Page copy protected against web site content infringement by Copyscape