Παρασκευή, Απρίλιος 17, 2009
Η ανοιξιάτικη κολυμπήθρα της χαρμολύπης

Τριγυρίζω την πόλη, τσιμπώντας κινήσεις και οσμές, αδειάζοντας το μυαλό απ' τα περίσσια. Προσπαθώντας δηλαδή. Να ‘χει απλωσιά η άνοιξη, να αλητέψει όπως γουστάρει, να βρει κι εμένα μπόσικη να με γλυκοτυραννήσει. Κι έχω κι έναν πόνο για όλη αυτή τη βιασύνη που φαρμακώνει το «ωραίον» μου, όχι να πάρουμε τη λαμπάδα για το βαφτιστήρι, όχι να τακτοποιηθούν οι λογαριασμοί, άντε να είμαστε καθώς πρέπει και καθώς δεν θα θέλαμε. Κι έχω τριγύρω μια ανθοφορία οργιαστική, ένα μάτσο κρινάκια που με φλερτάρουν στο μπαλκόνι μου και πρασινάδες ασυγκράτητες σε κάτι θαυματοποιές γωνιές της πόλης. Εκεί να δοθείς! Με προστάζει η επιθυμία.
Βούβα για τις κακοτεχνίες στην άσφαλτο που με θυμώνουν, για τους εγωκεντρικούς οδηγούς και τα αγενή βλέμματα, σφαλισμένα αυτιά και μάτια σε ό,τι δηλητηριώδες. Σε ό,τι αντι-αναστάσιμο. Σε ό,τι αφ’ εαυτού νεκρό.

Βουτώ ψυχή στη κολυμπήθρα της χαρμολύπης που μας αναβαφτίζει μες σε πανσέδες και λεμονανθούς και λούζομαι αρώματα. Μυρωδιές. Μες στη μέθη ενός ανθόκηπου, περιφερειακά της πόλης• μες στη μέση ένα εκκλησάκι μια χαψιά. Μοναστήρι• πως έχουν τόση νιότη οι καλόγριες στα πρόσωπα; - για πες.

Έχασα την πίστη τη καθαρή, την πρόσφορη και δοτική, εδώ και χρόνια.
Πες η παιδούλα εντός που με τσιγκλά, πες οι παραευαισθησίες μας, ανάβω κερί στο εκκλησάκι. Μια τροφαντή μαμά εμπρός μου ακουμπά στο στασίδι και μουρμουρίζει υμνωδίες. Το κοριτσάκι της ανήσυχο. Πιάσου από το στασίδι, της λέει η μαμά. Ακούμπα να ξεκουραστείς. Όποτε κουράζεσαι να πιάνεσαι από το στασίδι.
Χαμογελώ. Κι εμείς που απαρνηθήκαμε το στασίδι της εκκλησιάς που’ χανε οι πριν από μας, διαλέξαμε λογής-λογής στασίδια στους δρόμους μας. Ν’ ακουμπάμε, να στηριζόμαστε, πότε-πότε να τα δένουμε στον καρπό και να τα σέρνουμε μαζί μας…

Εισπνέω ανθοβολιές κι αέρηδες μυρωμένους και μουρμουρίζω κι εγώ, άλλη υμνωδία, τους στίχους του Μίλτου Σαχτούρη, από την «Τρίτη του Πάσχα».

Οσμές που χάσανε τους φυσικούς τους
ανθρώπινους δέκτες
πριν από χρόνια
κι άλλα χρόνια,
και περιφέρονται το Πάσχα
αναζητώντας νέους πιστούς
του κάκου,
νέους αθώους μυκτήρες
σε μιαν Ελλάδα δίχως όσφρηση
άρα σε μια Ελλάδα δίχως πίστη.


Στεφανώνω τους στίχους με απριλιάτικα ανθάκια και τους στέλνω σε φίλους με την ευχή:

Εμείς. Περιπατητές και «οσμιστές» του κόσμου.
Να κρατηθούμε από μια πίστη που στιγμιαία αναβιώνει.
Μπροστά σε έναν Επιτάφιο.
Κοντά σ’ ένα κίτρινο κρινάκι, πασχαλινό.
Ματαιωμένοι, αλλά όχι παραιτημένοι.
Μες σ΄ έναν αλλιώτικο ανθώνα, εσωτερικό.


Κι έπειτα, μου θυμίζει φίλος καλός, ο Στέλιος, τον Πέρση ποιητή της αγάπης Τζελαλεντίν Ρουμί:

Δείπνησαν και πέσανε για ύπνο. Άδειο το σπίτι.
Βγαίνουμε στον κήπο να βρει η μηλιά τη ροδακινιά
να φέρουμε μηνύματα από το ρόδο στο γιασεμί.
Η άνοιξη είναι ο Χριστός
ανασταίνοντας από τα σάβανα φυτά μαρτυρημένα.
Τα στόματα ανοίγουν μ' ευγνωμοσύνη. Ψάχνουν να τα φιλήσεις.

Το φέγγος της τουλίπας και του ρόδου σημαίνει ότι μια λάμπα έχουν εντός.
Ενα φύλλο τρέμει. Εγώ τρέμω στην αέρινη ομορφιά σαν μετάξι του Τουρκεστάν.
Ο λογοκριτής ρίχνει λάδι στη φωτιά. Αυτός ο άνεμος είναι το Αγιο Πνεύμα.
Τα δέντρα είναι η Παρθένος.
Δες πώς παίζουν οι σύζυγοι λεπτά παιχνίδια με τα χέρια.
Ραίνουν τους εραστές με νεφελόχρωμα μαργαριτάρια του Άντεν ως είναι το συνήθειο του γάμου.
Η ευωδιά του πουκάμισου του Ιωσήφ φτάνει στον Ιακώβ.
Εναν κόκκινο ιβίσκο γέλιου της Υεμένης ακούει στη Μέκκα ο Μωάμεθ.
Μιλάμε για το 'να και τ' άλλο. Δεν έχει ανάπαυση εκτός από τις στιγμές αυτές που απλώνουν τα κλαριά τους.

Νοστάλγησα μιαν έρημο να περπατήσω σε μιαν άδεια απεραντοσύνη
ειρήνη χωρίς καμιάν εξήγηση. Τρέχω τριγύρω, ψάχνω τον Φίλο.
Σχεδόν τέλειωσε η ζωή μου κι ακόμα κοιμάμαι.
Οταν συμβεί, αν μου συμβεί, και βρω τον Φίλο θα ξαναρθούν τα χρόνια τα χαμένα;
Πες μου τι αξίζει περισσότερο: κόσμος χιλιάδες ή η αυθεντική σου μοναξιά;
Ελευθερία ή εξουσία σ' ένα έθνος;
Κάτσε λιγάκι μόνος. Είναι το καλύτερο δώρο.
Η αγάπη μού άναψε φωτιά κι άφησα ότι δεν είναι αγάπη:
διανόηση, φιλοσοφία, βιβλία και σχολές.
Ποίηση θέλω τώρα μόνον.

Πεινάς; Σκυλί θυμωμένο κακός χαρακτήρας. Έφαγες;
Είσαι τώρα ψόφιος, ξαπλώνεις σαν πέτρα αναίσθητος.
Τη μια σκυλί την άλλη πτώμα, έτσι πώς θες να παραβγείς με λιοντάρια
ή να πας με τους αγίους;
Αν είσαι του καιρού σου λόγιος τρανός την εξαφάνιση του χρόνου και του κόσμου
μην ξεχνάς.
Όλα περνούν εκτός από το πρόσωπό Του.
Αυτό το πρόσωπο αν δεν έχεις καθαρό μη δοκιμάζεις να υπάρξεις.
Δε φοβάμαι την Πύρινη Ρομφαία, τις αλυσίδες τα δεσμά.
Καθώς καίγομαι έτσι γρήγορα δοκιμάζω και λίγο κόλαση.
Δε φαντάζεσαι πόσο λίγο με νοιάζει τι λένε για μας.


Δεν έχω άλλο να πω. Ανάσταση είναι ο άνθρωπος. Ανάσταση είναι ο κόσμος. Ο χριστιανός κι ο μη. Ο όποιος εαυτός. Τι και ποιος να αποδείξει και να μαρτυρήσει… Η Ανάσταση συμβαίνει. Κι η ψυχή, μέγας εξομολογητής και καταγραφέας, καλά το κατέχει.

Ευχές κόκκινες και ανθομυρωμένες.





Η φωτογραφία είναι του Al Magnus
 
Σάλπαρε η Καπετάνισσα ώρα 10:01 | Πανάκι ξεδιπλωμένο | 24 ανάσες
Παρασκευή, Απρίλιος 10, 2009
Όταν οι δεκαεννιάρηδες, «παίζουν» τους ενήλικες

Κέντρισμα απρόσμενο κι αγριεμένα βαρύ. Γροθιά σφιγμένη, θανατερή, σε πρόσωπο αρυτίδιαστο. Δεκαεννιάχρονος νεαρός αρματώθηκε σήμερα το πρωί κι είπε να μοιράσει δίκια (;), να τακτοποιήσει λογαριασμούς (;), να δηλώσει με τον πιο τραγικό τρόπο "φτάνει πιά" (;), να αντιγυρίσει τη βία σπαθίζοντας το θάνατο (;) και, εν τέλει, να εκπνεύσει, δραματικός αυτόχειρ.

Μουδιασμένη μπροστά στα καινούργια νέα, τα ολόμαυρα, θυμήθηκα όσα έγραψα ένα χρόνο πριν για τα περιστατικά βίας που ταλανίζουν τα σχολεία μας. Με τον τίτλο «όταν τα παιδιά "παίζουν" τους μεγάλους», δημοσιεύτηκαν από την εφημερίδα "Πατρίς":


Ανάστατα συχνά –πλέον- τα σχολεία μας. Άσκηση βίας, κυριαρχία ατομικής δύναμης, περιθωριοποίηση, εκεί που θα ’πρεπε να χτίζεται το δημιουργικό «μαζί».Φαινόμενο γνώριμο. Κάθε γενιά επεδίωκε να ξεσηκώσει τις αντιδράσεις ή ακόμα και την οργή του κοινωνικού συνόλου. Άλλοτε η διαμαρτυρία είχε χρώμα πολιτικό, ή, ήχους μουσικής οργισμένης. Τώρα πια δεν είναι η διαμαρτυρία αλλά η αδιαφορία, ο εκφοβισμός, ο εξευτελισμός, ή, η βουβή, τυφλή βία. Η «μαγκιά», στην σύγχρονη εκδοχή της. Εν δυνάμει βίαιη απάντηση –θα πουν πολλοί-, στον απάνθρωπο, περιχαρακωμένο τρόπο ζωής που έχουμε επιβάλλει στα παιδιά μας.

Η βία και η επιθετικότητα δεν είναι μεγέθη εύκολα μετρήσιμα. Δεν είναι ψυχροί αριθμοί. Είναι βλέμματα αγριεμένα, είναι λόγια θυμωμένα, είναι γροθιές που στοχεύουν. Τη βία και την πίεση που εισπράττουν οι έφηβοι την αποδίδουν στο ακέραιο.
Μπορεί να είναι ο νέος που εκφράζει συγκαλυμμένη βία, κυρίως προσβολή και πρόκληση, εκμεταλλευόμενος την κοινωνική του θέση. Αλλά κι ο άλλος, ο χαμένος της ιστορίας, ο «απ’ έξω», ο αδικημένος, βράζει από θυμό, μισεί κι αδιαφορεί ταυτόχρονα. Πρώτη ύλη για συμπεριφορά επιθετική. Και οι δύο. Η ισοπέδωση, η ανωνυμία, η ομοιομορφία, γεννούν την επιθετικότητα και τη βία.
Χιλιάδες μαθητές στοιβαγμένοι σε άχρωμες αίθουσες, αφήνουν σαν -μοναδική;- προσωπική σφραγίδα σκόρπια λόγια πάνω στα θρανία. Σύμβολα μιας κοινωνίας του μέλλοντος. Οι τεντιμπόηδες κι οι χεβυμεταλάδες βαφτίστηκαν κάγκουρες. Και λοιπόν; Αλλού υπάρχουν οι πραγματικές αλλαγές που σηματοδοτούν τη βία.

Οι σημερινοί νέοι αισθάνονται μόνοι μέσα σ’ ένα αφιλόξενο περιβάλλον. Εξωστρεφής ή όχι, η επιθετικότητα βρίσκει συνεχώς θύματα και θύτες. Συχνά την πυροδοτούν ρατσιστικά συνθήματα, αποτέλεσμα της άγνοιας, του φόβου, της κατάρρευσης των αξιών. Παράλληλα, η λατρεία της σωματικής δύναμης και της ατομικής λύσης θριαμβεύει. Η πολιτική αφήνει παγερά αδιάφορους τους εφήβους και, η μόνη ορατή συλλογικότητα που αναπτύσσεται είναι εκείνη της αγέλης. Μιας αγέλης που, αν και προς τα έξω εκφράζεται αντιεξουσιαστικά, στην πραγματικότητα αναπαράγει στο εσωτερικό της τις ίδιες σχέσεις εξουσίας που επιδιώκει να ανατρέψει. Εμείς και οι άλλοι. Μες στην ομάδα το άτομο κρύβεται, χάνεται και συνάμα η δύναμη πολλαπλασιάζεται. Ό,τι δεν τολμάμε να κάνουμε μόνοι, το κάνουμε παρέα με άλλους.

Η αδιαφορία, κυρίαρχο στοιχείο της σύγχρονης ελληνικής κοινωνίας, λίγο απέχει από την ωμή βία. Να βλέπεις τη ζωή ως θέαμα και να ζητάς ένα απόλυτο «εδώ και τώρα». Μια άρνηση σαν σε κατάσταση αφασίας, χωρίς προοπτική, δίχως πρόθεση.
Επιπλέον, οι έφηβοι, στην απεγνωσμένη προσπάθειά τους να φανούν «άλλοι» μες σε μια κοινωνία που τους ισοπεδώνει, καταλήγουν να γίνονται όλοι ίδιοι μέσα από τη διαφορά. Η διάκριση από το σύνολο μοιάζει να είναι η μόνη βούληση που έχει απομείνει. Και βεβαίως, εκφράζεται με τρόπο αντικοινωνικό. Με την περιφρόνηση του κοινού χώρου (καταστροφή θρανίου), ή με την απαξίωση της ίδιας της ανθρώπινης αξιοπρέπειας (εξευτελισμός συμμαθητή, συνανθρώπου).
Κι από την άλλη, εμείς. Που συνήθως, δεν προσπαθούμε να καταλάβουμε τι σημαίνει η εφηβική πράξη, αλλά αντιδρούμε με τον ίδιο τρόπο. Των εφήβων. Κι αν σε μια βία αντιταχθεί μια άλλη βία, αυτό βεβαιώνει τον έφηβο ότι έχει δίκιο που πράττει βίαια εφόσον η βία είναι η μέθοδος συναλλαγής στον κόσμο των ενηλίκων.
Αναζητούν σταθερά σημεία αναφοράς τα παιδιά μας. Αξίες σημαντικές, δομή συγκεκριμένη να γίνει υλικό πολύτιμο στο χτίσιμο του αυριανού κόσμου. Κι εμείς τους δίνουμε οτιδήποτε άλλο εκτός από συγκροτημένο πλαίσιο. Κυρίως τους παρέχουμε τον αεριτζήδικο χαρακτήρα μιας Ελλάδας του “ό,τι αρπάξουμε”, έτσι, δίχως αρχές, χωρίς συνέπεια κι υπευθυνότητα.

Οι κοινωνίες προχωρούν μέσα από θέσεις ανατρεπτικές και αμφισβητήσεις. Το πιο δυναμικό κομμάτι που θα μπορούσε να τις εκφράσει, οι νέοι, μας γυρίζουν πλάτη. Απομακρύνονται, φτύνοντας απαξιωτικά.
Όμως, από το θυμωμένο φτύσιμο στα πλακάκια του πεζοδρομίου μέχρι το εξευτελιστικό φτύσιμο στο πρόσωπο του ενοχλητικού συμμαθητή, η απόσταση πια είναι πολύ-πολύ μικρή.






Η φωτογραφία είναι από το deviantart.com
 
Σάλπαρε η Καπετάνισσα ώρα 11:01 | Πανάκι ξεδιπλωμένο | 13 ανάσες
Κυριακή, Μάρτιος 29, 2009
Οντογένεση

Να τσακίζεις τα δόντια της χτένας και να μετράς
Ώσπου να ‘ρθω
Με φορεσιά πολύχρωμη
Με χάντρες διάφανες στο λαιμό
Κι ένα χαμόγελο ήλιου τεμπέλικου για κρεμαστό
Κρόταλα και ντέφια εντός μου
Κι ένα ψωμί κομμένο σε μπουκιές πολλές
Η Μια ψυχή
Θα’ μαι εγώ
Αλλιώς
Όπως ίδια

Με πατρίδες χίλιες
Μ' έρωτες ωραίους, αντάρτες
Κι ανοίγματα στη ζωή
Και στιγμές. Μόνο.
Γλυκορέουσες, όπως μουσικές
Αξόδευτες, ίδια χώματα
Αμμουδιές στο Λιβυκό
Να φυσάει νοτιάς να με σκορπίζει

Θα ’ρθω ξανά. Ξανά θα είμαι.
Γιατί δε παλεύεται ο χρόνος, είσαι εκεί;
Είναι θύελλα ο καιρός, φυλάξου
Και κάτω απ’ το πετσί μας ανατριχίλες ποτισμένες ένταση
Τσογλάνια τα χρόνια που περνάνε• πριονίζουν γόνατα
Κι ένα κουβάρι το κορμί
Βγάζει γλώσσα, γελά με θυμό
Και το δάχτυλο στ’ όνειρο, γυρεύοντας κρύπτη

Καιρός αγύρτης, εκδικητής
Στέλνει γριές να ξεφλουδίζουνε βήματα
Μα κοίτα, εγώ: τσίτσιδη στα χωράφια του
Προίκες και μοίρες ακυρώνω
Ποιος να μερέψει δαίμονες απόψε!

Έλα.
Έλα να καίμε από ζωή

Θα ’ρθεις ξανά. Ξανά θα είσαι.
Μ΄ ένα πουκάμισο πορτοκαλί
Σαν ανοίξει η αγκαλιά τ' ανθρώπου, τι χωράει, θα πω
Κήπους που στάζουνε υγρασία πρωινού
Θύμησες που 'ρχονται απρόσκλητες να στριμωχτούν
Να σου τριφτούν, να τις προσέξεις
Μες σε μια στάλα μπλε, ν’ ανακατευτούν οι ώρες

Τι απορείς; Αχόρταγη• αν είναι για ανθρώπους
Πως αλλιώς;
Έτσι. Αλλιώς.
Λέω ναι, θα ξημερώσει
Και στη ψυχή
Θα κάτσει γέρος ο καιρός
Κι εκείνο το παιδί της άνοιξης θα πει
Ανοίξτε τα παράθυρα να γίνουν οι λέξεις πουλιά και ουρανός ο κόσμος.





Οι φωτογραφίες είναι από το dirtyangels.net
 
Σάλπαρε η Καπετάνισσα ώρα 11:41 | Πανάκι ξεδιπλωμένο | 22 ανάσες
Δευτέρα, Μάρτιος 09, 2009
Ερωτική Εφηβική Μυθολογία

Τα ζευγάρια των εφήβων
Τρέχουνε γυμνά
Με τον έρωτα στους ώμους
Αρπάζουνε τα δάχτυλα
Και χώνουνε πνοές φιλιά
Στρογγυλεύουν τις γωνιές των δρόμων
Μετρώντας χάδια αργόσυρτα
Η σάρκα τους πονά
Κι οι γλώσσες καταβροχθίζουν
Ως και τα κύτταρα του έρωτα

Τα εφηβικά ζευγάρια
Φορούν σαντάλια στους ανέμους
Κι υψώνονται
Να φτάσουνε το χείλι
Τρέχουν απ' τα μαλλιά τους
Κλωστές παραμυθιών
Οι φλέβες τους μυρίζουνε ζωή
Σαλεύουνε μες στο σκοτάδι
Όλο φως
Κι όσοι περαστικοί κοιτούν
Δε βλέπουν• δε μπορούν
Πως
Πίσω από κορμούς δέντρων
Οι χρόνοι όλοι, παρόν
Κι η μνήμη απούσα
Αποβληθείσα
Δια παντός

Τα ζευγαρώματα του πρώτου έρωτα
Όταν χωρίζονται
Κρατάνε την αγάπη τους προσκέφαλο
Να στάζει και να τρέμει
Να συλλέγει μέλι στα στήθια
Και σ' έναν ψίθυρο ν’ αποκοιμιέται
Σα μωρό παιδί.




Η φωτογραφία είναι από το deviantart.com
 
Σάλπαρε η Καπετάνισσα ώρα 00:36 | Πανάκι ξεδιπλωμένο | 24 ανάσες
Παρασκευή, Μάρτιος 06, 2009
Οι εβδομήντα οκτώ Μάρτηδες
Ο κύριος Σίμος πλησιάζει τα ογδόντα. Δεν έχω συναντήσει πιο ανοιχτή σκέψη, πιστέψτε με. Γνωριμία του κεφιού σε παρέα ανήσυχη, κουβέντα της ψυχής που κράτησε για ώρες. Πιο γλεντζέδικη καρδιά από εφηβεία στους πρωταφρούς της.
Τι είναι βρε παιδί μου ο καιρός… Τι είναι όταν πηγαίνεις πέρα από την κοινή λογική, πετώντας τα καπέλα που σου φορούν οι χρόνοι κι οι τρόποι κι οι σκέψεις κι οι ξεπουλημένες σιγουριές.

Κάθομαι και κοιτάζω έναν άνθρωπο που σαρκώνει την ανορθόδοξη σκέψη, το άγρυπνο όνειρο, την πρόταση που ’χει για στήριγμά της αυτό που –εμείς οι ανήμποροι-, βαφτίζουμε αδύνατο.

Τώρα θα μου πεις πόσοι είναι έτσι. Και σε τέτοιους μάλιστα καιρούς, που συρίζουν γύρω σου ύπουλες διαβεβαιώσεις πως όλα βαίνουν καλώς.
Εν πάση περιπτώσει, ο κύριος Σίμος, σε ηλικία δύσης που ο συντηρητισμός κατά κανόνα ριζοβολά, μιλά με πάθος για επανάσταση. Και δεν αναφέρεται σε τίποτα βαρύγδουπες πολιτικές ούτε σε ιδεώδη που χρεώνονται συσπειρώσεις υποταγμένων πιστών. Οραματιστής, ειρηνιστής, ονειροπόλος, μιλά για συνανάπτυξη.
Ανάπτυξη εντός μας, με τους διπλανούς μας, με τις παρέες, τις ομάδες, την κοινότητα, την κοινωνία. Και μιλά μ’ έναν τρόπο στρωτό, που δεν κοιμίζει το μυαλό• τουναντίον…

«Ξέρεις τι είναι κείνο που μοιράζομαι εγώ, στα εβδομήντα οκτώ μου με το εγγόνι μου που είναι μόλις δύο μηνών; Τι είναι αυτό που με κάνει να κοιτάζω με ανείπωτη ευτυχία ένα μωρό και να επικοινωνώ, κι από την άλλη, τι κάνει το μωρό ν’ ανοίγει τα χεράκια του και να ζητά την αγκαλιά μου; Τα συναισθήματα. Οι συγκινήσεις. Η ψυχή, όπως θες πες το. Πεταμένη στα σκουπίδια μες στη σακάτικη ζωή μας. Έτσι συναναπτύσσεται ο κόσμος. Όταν νιώθει. Τότε αντιλαμβάνεται, τότε κάνει, τότε προχωρά».

Κάθομαι μες στη γλύκα της μουσικής και του κρασιού κι ακούω έναν παππού υπέροχο. Που με τον λόγο του, καταδεικνύει τον ελλιπή ερωτισμό της εποχής. Κι αναποδογυρίζει τα δεδομένα. Τι να τους κάνω τους τεχνοκράτες και τις επιστημολογίες μπροστά σε μια τέτοια καθαρή σκέψη, σε μια βαθιά ανθρώπινη συνείδηση.

Ένα ζευγαράκι εφήβων παραδίπλα, με καμπάνες παντελόνια και λουλούδια σε σγουρά, ανάκατα μαλλιά και χαϊμαλιά να χοροπηδούν στο στέρνο, παίζουνε τους χίππυς μιας εποχής που ’χε να υποσχεθεί και να οραματιστεί και να φαντασιωθεί.
Με αφορμή την παρήγορη εικόνα ανοίγουμε κουβέντα για τα τωρινά. Τα νιάτα, οι δρόμοι τους, οι μοναξιές των μεγάλων, οι μοναξιές των μικρών. Αν νιώθει μόνος τον ρωτώ, τώρα, που πλήθυναν τα χρόνια. «Η μοναξιά, είναι ακριβής στο ραντεβού της. Κι έρχεται μάλιστα με συνοδεία: με χάρη και διάθεση ρομαντική. Όταν γεννιέσαι• τότε την πρωτοκοιτάζεις».

Τον ακούω να μιλά για έναν απόλυτο ερωτισμό, πέρα από τα κουτσουρέματα της εποχής, τους ευνουχισμούς των sms και τα βαλσαμωμένα βλέμματα.
«Με ξύλινα ποδάρια περπατάμε πια. Και λοιπόν; Περπατάμε, αυτό κρατώ. Έπειτα, για να είσαι ακέραιος πρέπει να αποδεχθείς την αναπηρία σου», λέει.
Γέρνω και του δίνω φιλί συγκίνησης και θαυμασμού.
Μυρμηγκάκι τόσο δα• αυτό νιώθω.
Κοιτάζω το γερασμένο πρόσωπο που γελάει στο χρόνο.
Απρόσκοπτη ανάγνωση ρυτίδων. Αυλάκια χαράς. Κι ωραίας, περήφανης γνώσης.

Παίρνω ανάσα βαθιά και συλλογίζομαι πόσο ατροφική και ρυτιδώδης είναι η δική μας η ψυχική δύναμη. Η όποια δηλαδή.
Γυρίζω και ξανακοιτάζω τους εβδομήντα οκτώ Μάρτηδες, μπας και ατσαλωθώ.



Η φωτογραφία είναι του Al Magnus
 
Σάλπαρε η Καπετάνισσα ώρα 10:07 | Πανάκι ξεδιπλωμένο | 22 ανάσες
Τρίτη, Μάρτιος 03, 2009
Η ασχημομούρα πριγκηπέσα

Κοινός τόπος –όχι η πικρία πιά- αλλά ο πόνος, ο βαθύς, οξύς πόνος για μια πολιτεία που γδέρνει τη ψυχή μας καθημερινά• ποικιλοτρόπως, ούτε λόγος, όμως πάντοτε με λύσσα.
Όλο και περισσότερο αισθάνομαι ότι οι γύρω πολιτικές αθλιότητες αποτελούν ένα είδος σύγχρονης βίας –μασκαρεμένης αγριότητας συχνά-, που επιβεβαιώνει την άποψη πολλών για θεμελιώδη απώλεια αρχών. Παλεύω να στρέψω τη ματιά στο κάθισμα το διπλανό, στη φιγούρα που με βιάση με προσπερνά, στον αγκώνα που αθέλητα με σκουντάει για να βρει κέντρο η καρδιά στον κάθε ταπεινό Σίσυφο• εκείνον που σπρώχνει ως την κορυφή του βουνού την πέτρα που θα κατρακυλήσει ξανά και ξανά και ξανά…

Και που να στραφείς και που να βρεις πηγή να βρέξεις το αχείλι…
Στις καθημερινές και πολύμορφες δόσεις απολιτικοποίησης;
Στη γλοιώδη στάση ζωής που συσσωρεύεται σαν ίζημα τριγύρω;
Πώς να δεις τον γύρω κόσμο με άλλα μάτια, πιο χλωρά…


Διαβάζω στη Λυγερή για κινητοποιήσεις που ετοιμάζονται. Αύριο. Υπέρ της βιωσιμότητας των δομών για την ψυχοκοινωνική αποκατάσταση των ψυχικά πασχόντων. Κάποιοι συνάνθρωποί μας λοιπόν, δεν απαιτούν ηθικά αντανακλαστικά από τα χαζοκούτια που μας κανοναρχούν νυχθημερόν, αλλά, παίρνουν τους δρόμους και διεκδικούν. Κάποιοι συνάνθρωποί μας ξέρουν καλά ότι έλλειψη υγείας δε σημαίνει μόνο «πονάει το χέρι μου», αλλά, «αρρωσταίνει η ψυχή μου».

Θυμώνω. Για το γενικό μας κατάντημα, εντάξει, για τις γελοιότητες των «μεγάλων» που σκάνε πάνω στις ζωές μας και τις μικραίνουν, για την συστηματική αποχαύνωση που μας διαποτίζει και σαφώς για τους θεσμούς που ’ναι κούφιοι κι ουδείς από τους «άρχοντες» δεν έχει τη θέληση –ούτε βέβαια και τη ψυχή- να στηλώσει ξανά ό,τι καταρρέει.

Δομές που στήθηκαν για να στηρίξουν τους ψυχικά πάσχοντες συνανθρώπους μας πάνε για φούντο. Εκεί που θα ‘πρεπε το κράτος να δυναμώνει τις πρακτικές, στρέφει τα νώτα. Κι άντε να του κουβεντιάσεις. Και να πειστεί. Μπορώ τώρα να θεωρήσω τη ψυχική υγεία σαν ένα οποιοδήποτε προϊόν προς διαπραγμάτευση; Ντροπή!

Η κοινωνία μας όλο και μου φέρνει κατά νου εκείνη την ασχημομούρα πριγκηπέσα του παραμυθιού που ’χε γύρω της αυλικούς κι υπηρέτες να υποκλίνονται και μια μέρα τους διέταξε να κάνουν θρύψαλα τους καθρέφτες του παλατιού ώστε να μην είναι φανερή η ασχήμια της. Να μην μπορεί να τη δει δηλαδή.

Καθρέφτες κοινωνικοί, ένα σωρό τριγύρω μας. Γιγάντιοι.
Να γίνονται γυαλάκια μικρά κι έπειτα να ενώνονται πάλι για να καμωθούν τους παραμορφωτικούς και συ να τους πιστέψεις.

Τα χάλια μας. Κι είναι παρηγοριά –απ’ τις ελάχιστες-, κάτι τέτοιες δραστηριοποιήσεις που δηλώνουν αυταπάρνηση και μαρτυρούν ουσιαστικές ανησυχίες. Κοινωνικές και πνευματικές. Γιατί, όσο κι αν τα βήματα προς το Υπουργείο Υγείας θέλουν αποφασιστικότητα και μαχητική αντιμετώπιση, τα εσωτερικά βήματα είναι τα ζόρικα. Για όλους μας.
Κι είναι πάντα επικίνδυνα. Και μοναχικά.






Η φωτογραφία είναι από το deviantart.com
 
Σάλπαρε η Καπετάνισσα ώρα 17:47 | Πανάκι ξεδιπλωμένο | 15 ανάσες
Παρασκευή, Φεβρουάριος 27, 2009
Όταν σου λέω "επιθυμία", να κρύβεσαι


-Για πες, τώρα. Έχεις ό,τι επιθυμείς, ή επιθυμείς ό,τι έχεις;
-Χα!Επιθυμώ ό,τι δεν έχω, αυτό επιθυμώ.
-Τι νόημα έχει η επιθυμία αν η πηγή της είναι παρούσα;
-Δηλαδή εννοείς ότι το αντικείμενο του πόθου μας -ας το πούμε έτσι, ε;- είναι πάντοτε απόν;
-Έτσι έχει περιεχόμενο η επιθυμία. Αυτό λέω. Αναζητάμε εκείνο που μας λείπει.
-Επομένως δεν επιθυμούμε αυτό που υπάρχει κοντά μας;
Απογοήτευση είναι μωρέ.

-Μα, αν κάτι το ΄χεις αποκτήσει, προς τι να το επιθυμείς;
-Πω, πω! Επιθυμία μονάχα η έλλειψη, ε;
-Χμ... Τι να πουν κι οι χορτασμένοι! Δυστυχείς.
-Με σόκαρες τώρα, ε; Τι να πρωτοφοβηθώ, αυτό που δεν έχω και με πάθος αενάως κυνηγώ, ή αυτό που έχω και ως πόθος μονίμως διαφεύγει;
-Ηρέμησε. Το χειρότερο που μπορεί να συμβεί στην επιθυμία είναι να βρει την ικανοποίησή της.
-Τώρα είναι που θα το βάλω στα πόδια...




Η φωτογραφία είναι της klem από το dirtyangels.net
 
Σάλπαρε η Καπετάνισσα ώρα 12:01 | Πανάκι ξεδιπλωμένο | 22 ανάσες


Layout design by Pannasmontata


©
Creative Commons License
Page copy protected against web site content infringement by Copyscape