Σάββατο, Απρίλιος 26, 2008
Του ναυτικού το δυσκολότερο ταξίδι
Περιπλανιέμαι σ’ αυτόν τον τόπο μέρες τώρα. Μήνες, ίσως και χρόνια… Από γεννησιμιού μου μάλλον. Πιάνω χρωστούμενα συρίγματα πάνω στον αγέρα, αφουγκράζομαι τα κύματα σα να ’ναι να τα καταπιώ, γδέρνω το κορμί μου στα κουφάρια των βράχων. Σέρνω τη λιγοστή μου μπόρεση στα χώματα της ενδοχώρας που τόσο αγαπώ και λέω πως στην εκπνοή των λέξεων και στη γεωμετρία των πραγμάτων, θα βρω την απαρχή μιας άλλης ζωής.

«Μακριά απ’ τους ανθρώπους πας» μου φωνάζει η Αργυρώ κι εγώ, σφαλίζω τα μάτια• καλύτερα απ’ τα χείλη.
Ασκήτεψα. Σα να ’τανε να ’χω δεμάτια στους ώμους τα κρίματα κι άλλων, πολλών. Έτσι ο τόπος κι ο τρόπος εντός μου. Αυθάδης. Αυθαίρετος. Και βαρύς.



Καλογέρεψα που λες. Κι αν είχα τη μεγαλοσύνη και τη λαμπράδα εκείνων που όντως το κάνουν, στα σοβαρά δηλαδή, θα διακονούσα τα τρία μεγάλα μυστήρια της ζωής: τη Γέννηση, τον Έρωτα και τον Θάνατο.

Ωραία νέα. Σαν τα παλιά. Γι’ αυτό ωραία. Και θεϊκά. Δηλαδή ανθρώπινα. Γιορταστικοί ενταφιασμοί, ίδιες αναστάσεις. Τι ίδιες, καλύτερες. Και πολλές. Όσες τα αχ του ανθρώπου.

Επίκληση σε Θεό, σε Μάνα, σε Φύση. Τίποτα τυχαίο. Ούτε το κόκκινο της παπαρούνας, ούτε η λιγωτική πνοή απ’ τα κρινάκια, ούτε οι ανθοβολιές στα γέλια των παιδιών. Γονιμότητα λοιπόν: Μια ιέρεια που κρατά στις χούφτες της χίλια μύρια πάθη. Του χειμώνα; Των χειμώνων. Μας.

'Σ βάθη πελάγου αρμένιζα, μα δα 'ρθα στο λιμιώνα
μπλιό δε φοβούμαι ταραχές, μάνιτες και χειμώνα

βγάζει στεναγμό δύναμης ο Ερωτόκριτος, στο τέλος του έργου.


Ξανανοίγει η ζωή. Με υπόσχεση. Με συνέπεια άνοιξης, στο παραθύρι μας. Φύσημα χαρμολύπης, καμμία αντίρρηση. Ανάκατα συναισθήματα όπως η εικονοποιεία της ανθρώπινης ψυχής. Θλίψη και γέννα έξω. Κι εντός. Κι ανταρσία μαζί.
Τόση, ώστε να μπορεί η βρεγμένη ματιά να δει πως ο κόσμος είναι ωραία μεικτός. Κορυφώσεις μιας ανάγκης που τραβάει κουρτίνες και βγαίνει στο φως κι έπειτα λουφάζει ξανά στα πεδινά, να μετρήσει αντοχές, να μυρίσει πρασινάδες, να κυλιστεί στη χαίτη της Γης, της Μάνας…

Δεν ξέρω ποιο ήταν κείνο το μοτίβο της φυγής που σκάλωσε στα σκαλούνια
του μυαλού μου και μ’ έριξε στ’ ανοιχτά, δίχως φανό θυέλλης είναι η αλήθεια… Κι έχω να κατεβάζω μάτια μπρος σε πολλούς, μα πάλι, η συγγνωστή φωνή νιώθει, δε νιώθει; Το ΄δα πως γέμισε παράπονα τούτος ο τόπος, μα αν δε μπορείς, σηκώνεις χέρια. Δεν είμαι μόνο για τα δυνατά, μα και για τ’ αδύναμα. Πιότερο γι αυτά.

Σκότος –θα μου πεις-, ναρκισσευόμενο, σε τρέφει, πίνει σάρκα κι αίμα και τρέφεται. Κι από την άλλη, η ανάταση, ανάσταση, φως πες την να σου επιδεικνύεται φιλάρεσκα. Μπα… Αεράκι. Σκέτο. Με παράθυρο το μισάνοιχτο. Να σουλατσάρουν βλεφαρίσματα. Να μπαινοβγαίνουν μικροκύτταρα αγάπης. Ούτε πολύ, ούτε τίποτα. Κι αποδοχή κι άρνηση. Ψυχή να δέχεται αλλά και να αποκλείει.


«Οι άνθρωποι»; Σ’ ακούω να ρωτάς.
Ονοματισμένοι απ’ τους καιρούς. Οι άνθρωποι, ναι. Δαιμόνοι και θεριά καλύτερα. Τρεχάλα. Φτερά στα πόδια. Ο νόστος της πατρικής γης και της παιδικής ηλικίας, κάλεσμα αέναο. Αφήγηση και χάδι και λυρικός κυματισμός. Να σε πάρει ταξιδάκι, να σε πάει στ΄ Ανθεστήρια της ζωής, ‘κεί που ανασαίνει ακόμα τ’ όνειρο• χλωρό κλωνάρι και λεμονανθός, τι ομορφιά!

Στ' αμπέλια και στους ελαιώνες να βρεθώ. Σ΄ οροσειρές, όπου ο μοναχός νογά κρυφά τον εαυτό του. Τούτο γύρεψα, τούτο έκανα.

Να κρατάς μια πέτρα, ένα στεγνό χορτάρι και να λες:
ξηρή ψυχή σοφότατη κι αρίστη
,

λέει ο Πρατικάκης.

Ζαρώσανε τα πέλματά μου. Χώμα και άσφαλτος, πέτρα κι αμμουδιά. Τσακίζει η φωνή, μα πιάνω να ρωτώ για τα μεγάλα και σπουδαία. Μωρέ αλαζονεία! Τόση προδοσία που να ’βρει φίλτρο να σταλάξει τη πικράδα, να ιαθεί.
Η προσδοκία και το όνειρο είναι της προδοσίας η πρώτη ύλη, μα… μπορείς και δίχως τους; Αντέχεις να μη πιστεύεις πως κάποτε θα σ’ ευλογήσει η ζωή κι ίσα που θ’ ακραγγίξεις τα μεγάλα και σπουδαία; Αντέχεις. Θησαυρίζεις την πραγματικότητα γύρω σου κι αντιγράφεις σε πράξεις, τη ψυχή: Τόκος εν καλώ, είμαι βέβαιη.

Σπάνια μου λείπουν οι λέξεις, αλλά καμιά φορά μου λείπουν τα νοήματα.
Τι καμιά, άστα να πάνε… Κι είναι τότε που –νηστική η ψυχή-, λαίμαργα
κυλιέται πάνω σε γραφτά σπουδαία! Χμ… Γράφει –που λες- ο Καζαντζάκης στον «Νικηφόρο Φωκά»:

Κρίμας! Τον κόσμο όλο γύρισες, μου λένε,
κι είδαν μαθές πολλά τα μάτια σου λιμάνια
κι ώριες γυναίκες κι εκκλησιές. Μα τη ψυχή,
το μέγα πέλαγο, ποτέ σου δεν εδιάβης!


Κάτσε τώρα και μίλα. Όχι, βρες ηχοτοπία –όχι να παραβγείς, βλασφημία θα ’ταν- μα, ν’ απλώσεις τη σκέψη για να ’χει αντοχή.

Ξέρεις, στην Κρήτη, βάζουμε στα χείλη λέξεις ακριβές, σα κρασί μυρωμένο από βαρέλι παλιού καιρού που ’ρθε να μεταγγιστεί στη γλώσσα, να φέρει τούμπα τον καιρό.
Θα πούμε θυγατέρα κι όχι κόρη. Θα πούμε κείτεται κι όχι κοιμάται. Όρη κι όχι βουνά. Και το θεριό το χρόνο, θα τον πούμε καιρό. Κάτσε τώρα και λογάριασε. Τη γραμματική της ψυχής, τον τρόπο που συνταιριάζει τ’ ανήμπορα. Και ξόρκι κι αντρειοσύνη παραπανίσια κι ανάγκη να μετρήσει αλλιώτικα η ζωή. Και να ζυγίσει σαν απόσταγμα από βρόχινες μέρες και λουλουδιασμένα απογεύματα• σαν νυχτιές έναστρες καλοκαιριού και σαν αχλύ φθινοπώρου…
Όχι χρόνος, καιρός. Εποχές. Γέφυρες. Ίδια όπως λέξεις.

Οι λέξεις είναι γέφυρες που λες κι όσο κι αν ξενιτεύομαι, σ’ αυτές γυρίζω. Με βήμα λιγότερο πετούμενο, έστω.
Θολό βλέμμα, σα να'ναι ξεχασμένο απ' τα χθες και μουρμουρητό στίχων του Παπαδίτσα:

Την καρδιά ν’ ακούς
Την καρδιά ν’ ακούς που γεμίζει τον κόσμο παιδιά κι άλλα
Φεγγάρια
Ν’ ακούς πάντα

Ναι, μωρέ. Ναι. Έχω εδώ, εν πλήρη σύμπνοια και ομοψυχία, συγκεντρωμένες τις ιεροτελεστίες της άνοιξης. Ο καιρός, είπα, που διατρέχει τον άνθρωπο. Τελετουργία η ζωή; Ο θάνατος να δεις…
«Σου ‘χουνε γράψει ποίημα ποτέ;» ρωτάς. Ο φίλος μου ο αδελφικός, ο Αντώνης Περαντωνάκης, ναι, το ‘γραψε για μένα, έλα κοντά να σου το πω:

Ι
Βράδυ Μαΐου καλοκαίρι ήδη
Λινό πουκάμισο
Υγρή κλωστή στο κόκαλο
Το δέρμα ανατριχιάζει
Σάρκα –

Ανασαίνει

Μείνε

Άλλο δε θέλω
Θέλω να σ’ αγγίξω –

Δεν έμαθα ποτέ μου ν’ αγαπώ!

ΙΙ
Τα μάτια σου
Αυτά προ πάντων
Όταν σε στιγμές βουβές
Μιλούν

Και με διδάσκουν
Πως η στύση μας
Είναι επιστέγασμα
Αιώνων

ΙΙΙ
Με τη σιωπή σου
με καις και με σφραγίζεις
ανεξίτηλα


Την παίρνω πίσω τη σιωπή. Θέλανε χώρο οι λέξεις να πέσουνε, να βγάλουν ήχο και χυμό. Κι οι εικόνες και τα βιώματα. Κι οι στιγμές. Χώρο ζητήσανε.
Δύσκολα, δε λέω. Βγαίνω έξω ξανά στους καιρούς να συλλαβίσω πάλι τη ζωή. Και κάθομαι βραδιά Μεγάλης Παρασκευής σε παλιό καφενέ, χωμένο στα στενοσόκακα της πόλης.

Του ναυτικού το δυσκολότερο ταξίδι
το κυβερνάν του Μαγγελάνου οι παπαγάλοι
.

Αρμύρα στις νότες και να σου να τραγουδούν Καββαδία ο Θηβαίος με τον Κούτρα. Άνθρωπος των καραβιών ο καφετζής, χρόνια στη λαμαρίνα.
«Έλα μωρέ κυρ-Βάγγο να μου πεις για το πιο δύσκολο ταξίδι σου», προκαλώ.
Σταμάτημα της στιγμής. Ούτε χαμόγελο, ούτε κόμπιασμα, ούτε κομπορρημοσύνη.
«Του ναυτικού το δυσκολότερο ταξίδι, είναι το βύθισμα σε κορμί γυναίκας».
Παύση.
«Βγάλε "του ναυτικού". Του κάθε άντρα».


Εβίβα κυρ-Βάγγο. Πέντε, δέκα, δύο, ε, όσες και να’ναι, υπάρχουν ακόμα αγαπησιάρικες ψυχές. Πάμε για την Ανάσταση. Μαζί με τη ψαλμωδία και τη γλυκάδα του φωτός κρατώ και ύμνους για κείνο το μενεξεδάκι το σκούρο, του Απρίλη. Και τον ωραίο υάκινθο των μύθων. Ευχές και μοσχομυρωδιές εαρινές, ν’ αστοχήσουνε οι ψύχρες.

Χρόνια να ’χουμε, ν’ ανθίζουν.
 
Σάλπαρε η Καπετάνισσα ώρα 22:08 | Πανάκι ξεδιπλωμένο | 58 ανάσες
Σάββατο, Ιανουάριος 05, 2008
Κατόπιν Εορτής
Ηχηρό φτερούγισμα, βιαστικό μα φασιαριόζικο, με τσακισμένες –θαρρείς-τις καμπυλώσεις των φτερών… Ένα φρτττ… αγχωμένο, φευγαλέο, ούτε ολόκληρη ανάσα καλά-καλά-, ούτε μια εκπνοή της προκοπής κάτι σαν πλανάρισμα γλάρου σ’ ερημική ακτή που με μανία φτύνει κύματα.
Κάπως έτσι κι η περίοδος της Γιορτής, περαστική και πιεσμένη, μες στην ένταση και στο κυνηγητό, κοίταγμα γρήγορο πίσω απ’ το τζάμι, με τη ψυχή διψασμένη, να μη χορταίνει, ν’ αναζητά, να ΄ναι ανήσυχη για τη χαρά την εσωτερική, τη βαθιά, κείνη που ’χει χώρο και διάρκεια…

Παραπανίσια στολισμένες οι πόλεις μας – που η αρχοντιά του απέριττου -, δήλωση κοκεταρίας κι αυτή, καταναλωτικής, φορεσιά βαρύτιμη, με λουστρίνια και γουναρικά…. Βιτρίνες φανταχτερές, λαμπιόνια, όλα τα κραυγαλέα, όλα στην υπηρεσία του «φαίνεσθαι»
Κι η καλοπέραση να ’χει κλείσει πρώτο τραπέζι πίστα, με δυο νοίκια μπροστά.

Συλλογίζομαι λοιπόν τώρα που μερεύει σιγά-σιγά η αντάρα η γιορτινή, την αγριάδα των αντιθέσεων που παρουσιάζονται στα μάτια μας μπροστά.
Από τη μια χύνεσαι μες στη χρυσόσκονη και τα χαμόγελα του καθρέφτη -τούτα τα «κατά παραγγελία» κι από την σκουντουφλάς πάνω σε πλήθος επαιτών σε πλατείες, φανάρια, δρόμους ανοιχτούς και προαύλια εκκλησιών…
Από το «φαίνεσθαι» στο «είναι» των περιθωριοποιημένων, των παραγκωνισμένων…
Αναρωτιέσαι αν φυλλομετράς τους «άθλιους» ή αν ταράσσεται η ματιά σου με τα εξαρθρωμένα μέλη του «Αρχισηδιρουργού»…

Καταγραφή γερή στη συνείδησή μας, μαύρη από την καταδίκη, η εικόνα του «επαγγελματία γονιού» που εξωθεί το παιδί του σε ζητιανιά εκπορνεύοντας την άδολη, ανόθευτη ψυχή του.

Επίφαση χαράς και ευτυχίας…Ευχές κι ελπίδες κουτσαμένες μετεωρίζονται δίχως να ζεσταίνονται εντός μας. Κονταίνει τ΄ όνειρο, ακυρώνεται η γιορταστική ατμόσφαιρα, τσούζει το μάγουλο απ’ το χαστούκι και διώχνει το αμέτοχο φιλί.

Πάει αυτό. Παρακάτω. Χάσκουν οι απορίες.
Κάτι χρόνια άλλα, η επαιτεία ήταν γέννημα-θρέμμα πολέμων και λοιμών. Τώρα όμως; Τώρα που έχουμε κράτος πρόνοιας –θυσιασμένο μπρος στο βωμό της οικονομικής ανάπτυξης-, αντιμετωπίζουμε υπερπλεονασμό ανέργων επαιτών.
Πάω πίσω, για να (ξανα)ζυγίσω στο μυαλό και στη καρδιά στρατηγικές, τακτικές, σχεδιασμούς, μηχανισμούς. Συλλογιέμαι την επίθεση του δυτικού πολιτισμού προς κράτη που διαμελίστηκαν, προς λαούς που ξεριζώθηκαν, έτσι, με την ίδια –στην ουσία- λογική που, σε καιρούς ακόμα παραπίσω, εντελώς «ιεραποστολικά» οι μητέρες χώρες της ανάπτυξης, θέλησαν να εναρμονίσουν στον δικό τους δρόμο, τις υπανάπτυκτες…

Κι άντε, η πολιτική ηγεσία έχει να κουμαντάρει μπόλικα λογιστικά κι είναι και σκληρόπετση μπροστά σε κάτι τέτοια, η άλλη ηγεσία όμως; Η θρησκευτική λέω, περιορίζει την «κοινωνία» της μόνο στο εσωτερικό των ναών;
Τι λέω τώρα και γω… Να κατέβουν τα στελέχη της εκκλησίας στα χαμηλά κοινωνικοοικονομικά στρώματα κάνοντας πράξη το λόγο του Ιησού που έλεγε πως θυσιάζει τη ψυχή για τα πρόβατα και μοιράζει τα μισά υπάρχοντα στους φτωχούς και και και…

Δεν ξέρει από διπλωματίες και περιστροφές και πολιτικάντικο λόγο η αγάπη! Δίδεται έτσι απλόχερα, σαρκώνοντας αιτήματα καιρών και ουσίες ανθρώπων, σμίγοντας χέρια και ψυχές, κάνοντας τη γέννηση, Γέννα πραγματική!
Έτσι έχει η ελπίδα σπίθα ανθεκτικότητας και το όνειρο αντέχει τη γνώση κι όλη η στυφάδα που καταπίνουμε καθημερινά γλυκαίνει μια στάλα.


Και πως να ζαχαρώσει τώρα η φωνή μου που φίλος αρχιτέκτονας μου ’στειλε φωτογραφίες απ’ το Αρκάδι, αυτό το μνημείο το ιστορικό, το περήφανο και περίφημο, σύμβολο βαρύ για την Κρήτη η Μονή, όπου χτίστηκαν με «πάσης φύσεως υλικά» σύγχρονες εγκαταστάσεις δίπλα ακριβώς στα ιερά κτίσματα, τα μνημεία της λευτεριάς!
Ξεκάθαρο το «για ποιόν χτυπάει η καμπάνα»!


«Πες μου αν θέλεις τι φοβάσαι στις γιορτές», ακούω τ’ απέναντι ηχεία να ρίχνουν έμμετρο παράπονο στη διαδρομή μου.
Έλα μου ντε… Αυτό που φοβάμαι φιλαράκι μου, είναι ότι πέρασαν.
Μια και καλή.






 
Σάλπαρε η Καπετάνισσα ώρα 00:45 | Πανάκι ξεδιπλωμένο | 70 ανάσες
Δευτέρα, Δεκέμβριος 31, 2007
Στο νιό φεγγάρι

Στις νιογέννητες φεγγαράδες πίνω απόψε.
Σ' ό,τι χρόνια παραμονεύει και, φοβισμένο απ' τη ζωή, πισωπατεί και βουβαίνεται.
Μα να δεις που φέτος θα'ρθει.
Ίδιο φεγγάρι, ναι.
Δίχως σχήμα και μορφή θα πέσει στα χέρια μας μέσα.
Και θα στάζει κείνα που χρόνια μας αρνείται τ΄όνειρο, κείνα που με τα δάχτυλα, θα κάνουμε Αρχή.

Μπαγιάτικα ευχολόγια όλα τούτα λες; Μα πως αλλιώς... Δίχως αχτίδα, χωρίς άστρι, μ' αποφέγγαρο λειψό;

Ζωντανή εντός η πίστη. Το βαθύ χρώμα της ελπίδας που αποζητάμε για ν' ακουμπάμε, ν' ανασαίνουμε.
Γι αυτό συνεχίζουμε να ευχόμαστε.
Για να τ' ακούμε πρώτα εμείς, οι ίδιοι.
Να θεριεύει μέσα μας το φως. Κι η ψυχή ολόλευκη, παιδούλα που ξαναζεί τη ζωή απ' την πρωταρχή της.

Μακάρι να κατορθώσουμε, τούτη τη χρονιά, να συγκεντρώσουμε ακοή και όραση εντός μας. Να 'χουμε τη ικανότητα -πιά-, ν' ακούμε τις πραγματικές αναζητήσεις της ψυχής και τον κόσμο που απλώνεται εκεί μέσα.

Και να 'ναι η αγάπη μας γυμνή, εντελώς.
Ξεσκέπαστη να τη δίνουμε, δίχως προϋποθέσεις, χωρίς κρατούμενα κι αναφορές.


Όλα τα Ωραία, μέσα ατην νέα χρονιά.
Κι η αγάπη, το'παμε, πρωτομαστόρισσα.

Κι οι αστροευχές του Νότου να πέφτουν σα φιλιά από τα χείλη:


Για την καινούργια τη χρονιά
Ό,τι ποθείς ν’ αδράξεις
Σαν καραβάκι σε γιαλό
Απάνεμο ν΄ αράξεις
Μες στο χειμώνα να φορείς
Λουλούδι στα μαλλιά σου
Για να κλουθούν νεράιδες
Σιμά στα βήματά σου


Ω, μα δε χορταίνεται η ζωή!
Ούτε οι άνθρωποι... Ευτυχώς, μήτε οι μουσικές τους.
Δώρο γλυκομιλημένο, οι Μαντινάδες της Γιορτής!
 
Σάλπαρε η Καπετάνισσα ώρα 21:56 | Πανάκι ξεδιπλωμένο | 46 ανάσες
Κυριακή, Δεκέμβριος 16, 2007
Η άλλη στιγμή

«Να βρεθούμε κάποια στιγμή, ε; Χαθήκαμε βρε παιδί μου, χαθήκαμε... Σήμερα; Μα ναι, αν προλάβουμε• ξέρεις τώρα πόσα τρέχουν… Να σου πω, αν νομίζεις ότι οι συνθήκες θα είναι καλύτερες κάποια άλλη φορά..»

«Για μιαν άλλη φορά, θα μιλήσουμε μιαν άλλη φορά, που θα έχουμε ζήσει
τούτη. Ναι; Ναι.»

Το ’παμε. Δηλαδή το λέμε. Ζωή στον ενεστώτα. Λείπουμε απ’ αυτό που ζούμε το πήρες χαμπάρι; Δεν είμαστε μέσα στο βίωμά μας. Απ’ έξω, παρατηρητές, θεατές, απειλούμε τη στιγμή κυνηγώντας την άλλη• την επόμενη. Βάζουμε τις στιγμές να συνωμοτήσουν -εν γνώσει μας αλίμονο!-, να σμίξουν σ΄ έναν αθέατο χρόνο αφήνοντας ξεκρέμαστο το τώρα, θολώνοντας το κουτσαμένο μετά.

Αν, ίσως, μάλλον, μπορεί, πιθανόν, ποιος ξέρει… Αναβολές, πισωπατήματα, μεταθέσεις, ακυρώσεις, ματαιώσεις. Από κοντά και οι λαχτάρες, τα ταραγμένα βήματα, οι βιαστικές βουτιές μέσα σε βλέμματα που πλέουν. Κι εκείνη η κούραση η βαριά, αρματωσιά ολάκερη από σκέψεις συμπιεσμένες, κινήσεις και πράξεις που «πρέπει», δάχτυλα που χτυπούν ανυπόμονα το τιμόνι, ρολόγια που αγριεύουν, φράσεις ανάπηρες, λαχανιασμένες -«μα που;», «αφού ξέρεις»- και βλέμματα αδειανά.
Που ΄ναι οι ματιές που κοιτάζουν σα να ’ναι να καταπιούν τη ζωή, που ’ναι;


Από το λίγο, προτιμώ το καθόλου, στο ’πα ποτέ;
Έστω, ας έχω τη σιωπή. Κείνη την κυοφορούσα, τη περίλαμπρη που ‘ρχεται σαν πάχνη πρωινού με τις δροσοσταλίδες της να καθίσει πάνω σ’ αυτά που ειπώθηκαν και μη• να τα σπρώξει να ριζοβολήσουν, να γίνουν μιλήματα και συγκινήματα εντός. Θέλει μη λόγο ο λόγος για ν’ ακουστεί, ε; Θέλει.

Έπειτα, το να μην έχει κανείς να πει, δεν σημαίνει πως δεν μπορεί και να ακούσει. Ευπρόσδεκτα των ανθρώπων τα μηνύματα, σαν βρούνε δρόμο μπρος.

Σκέψου όμως ότι υπάρχουνε και λόγια που δεν προσδοκούν απάντηση, λέγονται για να ειπωθούν, γράφονται για να γραφτούν- κάπως σαν τη συγγνώμη που λέγεται για να αλαφρύνει αυτόν που την λέει, όχι για να βαρύνει αυτόν που την ακούει.

Απ’ την άλλη, υπάρχουν κι αυτιά μονάχα για να φοράνε ντύμα εξομολόγου.
Θυμάμαι έναν ταξιδευτή της γης που μου ‘λεγε πόσο τον κουράζει τούτη η τακτική. «Τι να το κάνω το ακροατήριο», απαξίωνε τους γύρω. «Οι πόλεις που γυρνώ είναι γεμάτες μπαρ, στα περισσότερα οι μπάρμεν δεν μιλάνε γρι ελληνικά και είναι εξ αυτού απολύτως εχέμυθοι. Εξάλλου, δεν παραδέχομαι πως μπήκα σε απολογισμούς, σε ηλικίες που γίνεται κανείς λογιστής του παρελθόντος του.»


Στην καταδίκη ζω, να ποθώ αυτό που λεν ζωή, πα’ να ’πει ό,τι γνωρίζω, ό,τι μυρίζω κι ό,τι γεύομαι.
Έρχονται οι γιορτές των παιδιών, το πήρες χαμπάρι;
Κι εκείνες οι θαμπές –από μέσα- φωνές, χτυπάνε κόκκινο, χοροπηδούν, μας επιτρέπουν να μυρίσουμε χαρά, μας επιτρέπουν να δικαιούμαστε τη χαρά.
Τη ξεχασμένη. Τη θυμωμένη. Τη μόνη.
Αξίζουμε ζωή παραπάνω.
Δίχως κορνίζες και περιθώρια και σχήματα και μετρημένες αποστάσεις.
Ζωή για τη στιγμή. Που πίνεται. Που καταβροχθίζεται. Που εσωτερικεύεται.
Τη βιωμένη.
Ζήλια για κείνους που συγκεντρώνονται εκεί που είναι, για όσο είναι, με προσήλωση μοναχού Σαολίν.

Παράπονο πες, τώρα που βαδίζουμε στα στερνά μιας ακόμα χρονιάς. Δύσκολης, όσο να πεις.
Παράπονο για κείνο το ζητούμενο, το λαχταριστό ζαχαρωτό, το βουνό το ολισθηρό, το πετρωμένο που το λεν επικοινωνία.
Μια λέξη, ένα άκουσμα, ένα σύμβολο. Πουθενά. Κι ο ξένος, εδώ. Με τη ξενιτιά του.


Για άκου μια ιστορία απλή, οικεία. Στην τρελούπολη, εντάξει.

Ένας άνδρας και μια γυναίκα φτάνουν συγχρόνως αλλά από κάθετους δρόμους σε μια γωνία.
Κοντοστέκονται. Είναι φανερό ότι ψάχνουν και οι δύο ταξί. Κοιτάζουν ο
ένας τον άλλον σαν να βρίσκουν αλλήλους γοητευτικούς. Ο άνδρας ξεκινά μια κουβέντα για τα ταξί εν γένει - φοβάται λίγο να ρωτήσει τον προορισμό της, μήπως και διαφέρει από τον δικό του. Κουβεντιάζουν για λίγο, για το πόσο δύσκολο είναι να βρεις ταξί, τι συμπεριφορά έχουν οι ταξιτζήδες – τα συνήθη κοινότοπα που θα τους βρουν σύμφωνους. Κατά μίαν έννοια φέρονται σαν ερωτευμένοι, αφού χαμογελούν αναίτια και χαίρονται με την συμφωνία τους στο αυτονόητο. Τολμώ να φανταστώ πως χαίρονται με την χαρά τους. Σαν να τους είχε λείψει. Σαν να μην είναι και συχνό.

Μοιραία, κάποια στιγμή εμφανίζεται ένα ταξί. Εκείνος κοντοστέκεται λίγο, εκείνη ρωτάει: "Παγκράτι;" - δάγκωμα απ΄ τη μεριά του άνδρα, αφού πηγαίνει Μελίσσια. Ο ταξιτζής συγκατανεύει, εκείνη γυρίζει και κοιτάει τον άνδρα λίγο αμήχανα, εκείνος περισσότερο αμήχανα. Δεν λέγεται τίποτα, γιατί τι μπορεί να ειπωθεί; Εκείνη χαμογελά κάπως πιο δύσκολα από πριν, μπαίνει στο ταξί και φεύγει. Εκείνος μένει πίσω, σκέφτεται λίγο (τι θα 'κανε αν είχε έρθει πρώτο ένα ταξί που πήγαινε Μελίσσια;) και σηκώνει το χέρι του βλέποντας κάτι να αχνοφαίνεται στο βάθος, που το φαντάζεται για ταξί.

Εν-ταξί, ε; Μάλιστα. Δηλαδή... εντάξει.

Τώρα, τώρα, αρπάζω, κλέβω την στιγμή για να πω πως θέλω μοναχά καθώς περνά ο καιρός να θέλει όλο και περισσότερο κόπο να θυμηθούμε την τελευταία φορά που ήμασταν θλιμμένοι.
Να ζούμε και να παίζουμε μωρέ. «Τα καλά, είναι πάντα μπροστά», να μου λες.
Να προσβλέπω.
Και να ντύνεσαι ζεστά, ε; Πιάσαν άγρια κρύα.
Το νου σου στους δρόμους μες στη γιορτινή αντάρα. Κι άσε τα τιμόνια.
Και με το ταξί, μια χαρά σου λέω. Μια χαρά.




(Οι φωτογραφίες είναι από το deviantart.com)
 
Σάλπαρε η Καπετάνισσα ώρα 17:00 | Πανάκι ξεδιπλωμένο | 42 ανάσες
Τρίτη, Δεκέμβριος 11, 2007
Φώτα ομίχλης

Καμμιά φορά είναι καλοκαίρι
Κι έχω ήλιους να κοιτώ και θάλασσες
Κι έχω μουσικές εκτός και βαμβακερά κοντομάνικα
Και μια μοναξιά τεράστια, πάνω απ' τον ήλιο
Πέρα απ' το θεό
Να σκεπάζει ουρανούς
Και να κρυώνει

Καμμιά φορά τρέχουνε χειμώνες
Κι έχω βροχές να στάζουνε στο φως
Κι έχω αέρηδες εμπρός κι αγριεμένους τόπους
Και μια αρχή ξανά, μπροστά απ' το θάνατο
Εκεί που χύνεται η ζωή
Να στέκεται γυμνή
Να μη παγώνει




Η φωτογραφία είναι από το deviantart.com
 
Σάλπαρε η Καπετάνισσα ώρα 00:45 | Πανάκι ξεδιπλωμένο | 25 ανάσες
Πέμπτη, Δεκέμβριος 06, 2007
Τα λασπωμένα ρούχα


«Μάνα, με το σκουπόξυλο καθάριζες τα λασπωμένα ρούχα μου.»

Ακούω το Γιώργο να φυλλομετρά τις σκέψεις του, τυπωμένες πιά και σταματώ κάθε κίνηση να ’χω ήχο καθαρό. «Πες το ολόκληρο», προκαλώ.

Μη λησμονείς
Εαρινή ανάγκη
Το βάζο μες τις μαχαιρίδες
Τα δάκρυα της ενοχής
Μάνα, με το σκουπόξυλο καθάριζες τα λασπωμένα ρούχα μου

«Είσαι ποιητής κύριε Σπανάκη, φίλε μου», αγκαλιάζω κάθε φωνήεν να στρογγυλέψει κι άλλο.
«Αχ, απέχουμε πολύ Μαρία…», η απόκριση της αλήθειας, πως αλλιώς…

Αφήνω τους τίτλους να γυρεύουνε αλλού προσκυνητές κι αρχίζω κουβέντα δίχως τσιγγουνέματα. Μαζί με σιωπές δηλαδή. Για κείνο το αψύ βλέμμα της μάνας που ’πεφτε πιο βαρύ κι απ’ τη βέργα, γυαλόχαρτο καλύτερα θα ’ταν, ξυσμένο λιόκλαδο, βουτηγμένο στη παρασκιά.
«Ο,τι και να συνέβαινε, γυρνώντας σπίτι θα τις έτρωγα», ακούω το Γιώργο. «Παιδί δίχως λερωμένα ρούχα, γίνεται; Παιχνίδι ατσαλάκωτο, πως; Κι αν ήμουν καθαρός πάλι λόγος θα υπήρχε για δυο-τρεις στον πισινό. Χαμένος. Ούτως ή άλλως. Μια φορά είπα να της πάω μαχαιρίδες να τη γλυκάνω. Τις έκοψα με φροντίδα, προσεκτικά, να ’ναι ολόδροσες με μακρύ κοτσάνι. Ποιος είδε το Θεό… Ανταριασμένη ξεσήκωσε τη γειτονιά απ’ τις φωνές. Σε ποιο περβόλι μπήκες, ποιον κήπο αχρήστεψες και τέτοια. Πάλι ξύλο. Που πήγα λουλούδια της έμορφης κυράς μου. Κι ας μπλάβισα στο τέλος».

Στραγγίζω λέξεις και συλλογιέμαι κείνες τις μανάδες που διπλογαζώνανε τα συναισθήματα σα να ΄τανε στριφώματα σε μακριές, μαύρες φούστες κρίμα μεγάλο να φανούν και να προδώσουν τον ποδόγυρο.
Κι ερχότανε τη νύχτα στα κλεφτά, με βλέμμα πέλαγο δίχως θυμό, μονάχα θάλασσα να τρέχει και ρίχνανε ένα χάδι θεόξερο, ένα μόνο και κάνανε τον ύπνο μήτρα ξανά.
Σκοτεινή, ζεστή και μαλακή αγκάλη. Θάνατος ίδιος. Τέτοια λύτρωση.

Σήμερα θα μαζευτεί ο κόσμος που μελετά τη φύση τ’ ανθρώπου και τις συμπεριφορές και τα λοιπά και θα μιλήσει για κακοποίηση. Και θα ‘χει δίκιο, όσο να πεις.
Μέλι και γάλα και καρφιά από πάνω γατζωμένα με δύναμη. Ποιος δεν πόνεσε, όσο αγιόκλημα κι αν του ανέμισαν μετά οι καιροί. Κι όποιος πει πως όσοι φάγαμε ξύλο δεν πάθαμε τίποτα, ας μη το πάει παρακάτω.
Δεν καλοκάθονται οι χαρές έτσι εύκολα πάνω στο τραπέζι, εκτός κι αν τις ζορίσεις.

Άκουγα τις προάλλες τον Αργύρη Χιόνη, τον ποιητή να λέει για τη μάνα του τη Χανιώτισσα και τη σκληράδα της. Το συναίσθημα που δεν το χάρισε ποτέ, να δοθεί έτσι ατσιγγούνευτα και να λιαστεί στα πρόσωπα των παιδιών της. Μονάχα το μέτρο κι ο κανόνας και η τάξη και τα άχαρα καθήκοντα. Και, παρ’ όλα αυτά, θαυμασμός και δέος και σέβας μπροστά στην αγιοσύνη εκείνης που με βέργα παρά με φιλί ακούμπησε του γιού τη σάρκα.

Θυμάμαι και τον Δημήτρη Γκιώνη που γράφει για το παιδί που αγρυπνά εντός –ή αλυχτά;- και με χιούμορ περισσευούμενο λέει πως αγριεμένος πιτσιρικάς, σατανάς ίδιος, έκανε την… εγκυμονούσα στη μάνα του για να μην τον βαρέσει! Κι εκείνη βέβαια, τον παραχόρτασε με τις ξυλιές της.

Σε τέτοιες κουβέντες θα ’θελα τις λέξεις ωμές, να τις δαγκώνεις και να νιώθεις το κροτάλισμά τους, να μη χαρίζεσαι ούτε στη πιο χαδιάρα μνήμη.
Σάμπως ξέρανε κι άλλους τρόπους, θα μου πεις. Παραμερίζει η καρδιά για να φτωχύνουν τ’ άσχημα, τι άλλο. Απενοχοποίηση θα πούνε πάλι οι μελετητές.
Στάζουν αίματα τα χρόνια ώρες-ώρες σα χώμα κόκκινο που το σκάβεις, το σκάβεις και δε λέει να πρασινίσει. Μόνο πετιέται στα ρούχα σου και τα λερώνει να ’χει λόγο η μάνα, να ΄χεις κι εσύ να τη θυμάσαι.

Μ’ ένα μαντήλι λυτό -και λιτό κιόλας-, να γλεντά η γύμνια του λαιμού, θυμάμαι μια μάνα που ξεχνούσε πότε-πότε να σκεπάζει τις προσδοκίες μου. Τις λαχτάρες μου, πες.
Και στεκότανε δίπλα γλυκαμένη. Μ’ εκείνη την αγάπη την άμετρη.

Και τώρα να της πω, δε θυμάται. Τα καλά πιο πολύ. Τρέχει για δικαιολογίες για τ’ άσχημα «οι άλλες εποχές, οι αγράμματοι άνθρωποι»… Λες κι οι γραμματιζούμενοι ξέχειλες γυροφέρνουν τις ευαισθησίες. Αμ δε…

Μανιασμένη η ψυχή ζητά απόκριση φορές-φορές. Ίσα για να σπονδυλώσει όλες τις άνευρες φωνές της καθημερινότητας, να τις κάνει μιλιές ανάκατες σε σύναξη χαράς. Πιάνεται απ’ όπου…

Βροχή αξόδευτη σήμερα. Στις λάσπες μέσα.
Βρέχονται και τα νησιά, αμ δε βρέχονται;
Χειμώνας καιρός, χειμώνας κόσμος.

Τι με κοιτάς;
Άνθρωπος είμαι. Με λασπωμένα ρούχα, ωραία. Ένα βλέμμα, μια αγκαλιά, μπορείς; Δανεική, εντάξει. Ξένη. Του νερού. Που τρέχει και ξεπλένει.



Η φωτογραφία είναι του Lars Raun
 
Σάλπαρε η Καπετάνισσα ώρα 01:07 | Πανάκι ξεδιπλωμένο | 21 ανάσες
Παρασκευή, Νοέμβριος 16, 2007
Ο «Δεντρός»
Πρέπει να ’ναι δυο-τρία χρόνια τώρα που ’χω πάρει χαμπάρι τη σκιά του να σαλεύει μες στις στενοκοπιές της πόλης, σφίγγοντας στη μασχάλη ένα μάτσο εφημερίδες -πάντα χαρτούρα αγκαλιά- και το βήμα λες και θέλει να γδάρει την άσφαλτο, να τη ζορίσει ώστε να ξεράσει όλη τη μαυρίλα, όλη την πίσσα που ’χει πιει.
Περίεργη κοψιά. Χωμένος μέσα σε δάνειο σώμα, χαμένος μες στους δασόφυτους λειμώνες της ψυχής του, αγιασμένος και μόνος, ασκητής κι αγύρτης, ξενίζει.
Να κοντοστέκεσαι, να ανακρίνεις με τα μάτια τούτο τ’ αγρίμι μπας και διαπεράσεις το σαρκίο.
Κι αυτός, μιλιά.

Ελαφρά σκυφτός, τον νου του που θα πατεί, μ’ αυτό το απίστευτο βήμα που ματώνει το μαύρο. Της γης. Έτσι, σαν ιεροτελεστία. Σαν να περιβάλλεται με άμφια, σαν να βάζει μπρος τελετουργία μυστική. Ρούχα φαρδιά, καφετιά και γκρίζα, ζαρωμένα και βρώμικα.
«Ελεεινός», θα πούνε οι κυράδες και θα συρθούν στο λεπτό στην ασφαλή ζεστασιά της κουζίνας τους. Κι εκείνος, στη φυγή του. Σαν τους αλαφροΐσκιωτους των χωριών κάτι αλλοτινές εποχές που αδιαφορούσαν επιδεικτικά μπροστά στη γύρω χλεύη. Σα να λέγανε –με τον τρόπο τους- πως έχουν ευλογία καλομοιρωμένη• δίχως ανταπόκριση απ’ τους απέναντι. Πως μονάχα εκείνοι μπορούν να φυσάνε στη στιγμή να τη μεγαλώνουνε, να κρατάει κι άλλο, μόνο εκείνοι ξέρουνε να ξεχειλώνουν το εφήμερο, να κάνουνε το τίποτα σπουδαίο. Ποιητές ένα πράγμα- που λες.


Λοιπόν, μέσα σε τούτο το άφθογγο σώμα με τη ξηλωμένη περπατησιά ακούς πότε-πότε να σαλεύει μια γλώσσα καμπουριαστή. Γυρτή. Με τα κοίλα της και τις κούρβες της. Εκεί που περπατά, ξάφνου, πιάνει ένα μουρμουρητό, του δίνει και δυο νότες να γλυκαθεί να θυμίζει τραγούδι, ή μάλλον ψαλμωδία, σα να συνδυάζει σπασμένες συνηχήσεις• έτσι, για το χάζι. Μια φορά που ήμουνα κοντά, μου φάνηκε πως άκουσα το «όνειρο δεμένο στο μουράγιο», εκείνο το παλιό με τον Γαβαλά. Άλλοτε πάλι που προσπέρασα βιαστικά σα να μου ’φερε ο αγέρας δυο κουβέντες από το «μινοράκι» της Αλεξίου. «Δε νιώθω θλίψη, μα μου ’χει λείψει…»
Παράταιρο το τραγούδι μες σε τέτοια θωριά. Ίσως γι αυτό πάντα, μισοτελειωμένο. Ψαλιδισμένες νότες, ανάκατες, περήφανα ευνουχισμένες.

Δεν αναρωτήθηκα ποτέ για τη στέγη του. Εκείνο που με δυσκόλευε σαν τον απαντούσα, ήταν το βλέμμα του. Δεν έπεφτε ποτέ πάνω σε ανθρώπους. Μόνο τις στρογγυλάδες των παπουτσιών του κοίταζε και τις πλάκες των πεζοδρομίων. Έπειτα, ήταν και τα χρώματα. Στο δέρμα του πάνω. Σχήματα, γραμμές, κόκκινα και θαλασσιά. Γοργόνες, δράκοι, συμβολισμοί, ούτε που δύναμαι να υποθέσω. Ένα εκρηκτικό συναπάντημα τατουάζ, ένας αχταρμάς κοινώς, απ’ όπου δεν μπορούσες να βγάλεις άκρη. Φαινόταν στο λαιμό του και στα χέρια, στο στέρνο του μπροστά, όπου δηλαδή ξεγυμνωνότανε η σάρκα, μα όχι εντελώς• πάλι κεντίδια και ζωγραφίσματα βαριά είχε για κρυψώνα. Τούτη η εικόνα του περιθωριακού με το γαζωμένο κορμί, την απλυσιά, τα χυμένα ρούχα, τ’ απόκοτο στην ίριδα, τη νότα κρεμασμένη στη φωνή και τη χαρτούρα υπό μάλης, μοιάζει ιδανική για να ιχνογραφήσει το ξένο.
Το άλλο. Κείνο που αράθυμα κείται και μέσα μας.
Όσιος, φιλοτεχνημένος απ’ τη ζωή, θα πουν οι φωτισμένοι.

Χμ… Μήτε τ’ όνομά του δεν κατέχω. «Να ο Δεντρός», άκουσα κάποτε ένα σμάρι αλητόπαιδα να δείχνουν κατά τη βαδισιά του.
Παραξενεύτηκα με τον χαρακτηρισμό, μα το προσπέρασα.

Χθες βράδυ, τον αντάμωσα στα Νεώρια, σε μια γωνιά που είχα πάρει πρέφα ότι κουρνιάζει άστεγος. Σ’ ένα τοιχίο πάνω, ανατολικά, προστατευμένο απ’ τ’ αγιάζι, έβλεπα για καιρό αφημένη μια κουβέρτα κι ένα μάτσο εφημερίδες. Στρωματσάδα πάνω στα χαρτιά, ξόρκια στην υγρασία. Γι αυτό λοιπόν κουβαλάει πάντα εφημερίδες…
Χθες που λες, αργά το βράδυ, τον είδα να κοιμάται εκεί ακριβώς. Απίστευτα γαληνεμένος. Ένα πρόσωπο, φεγγάρι. Αγλάισμα της νυχτιάς η οξειδωμένη όψη του. Ταιριασμένο με την ώρα και το χώρο το ανοίκειο, ξεχειλωμένο, ξερακιανό κορμί του.

Έμεινα να θωρώ ανήμπορη για όποια κίνηση. Ώστε εδώ, σκέφτηκα…
Δίπλα του ακουμπισμένο ένα ταπεράκι• δυο μπουκιές ποιος ξέρει από πού, από τι χέρι…
Στάθηκα -φαίνεται- δυο ανάσες παραπάνω απ’ ό,τι λογαριάζεται σαν φευγαλέο κοίταγμα, γιατί ο Δεντρός, άνοιξε τα μάτια.
Να ’τανε η στιγμή, να ’τανε η ματιά μου που ‘θελε να κατανοήσει, όχι να κρίνει, ό,τι και να ’ταν, είπαμε δυο κουβέντες.
Όχι βαριά ιστορικά και βιογραφικά σημειώματα, μη φανταστείς. Τα λίγα, τα ελάχιστα, που μαρτυρούν πολλά.
«Εσύ κοπελιά, κοιμήθηκες ποτέ σου πάνω σε πέτρα που μιλάει και σωπαίνει για αιώνες; Στην Αστυπαλιά, πάνω στο κάστρο, μια βραδιά θυμάμαι με πήρε ο ύπνος με το ένα πόδι κρεμασμένο στο γκρεμό. Ίσα που χωρούσε το σώμα στο τοιχάκι. Τ’ άστρα με σκεπάσανε. Για θεούς δε ξέρω, μα, σαν την αγρύπνια των ουρανών δεν έχω άλλο να πω…»
Στα σωθικά η φωνή. Την κατάπια που λες. Τι να πεις τώρα. Για κείνα τα απλά, δηλαδή τα μεγάλα, που δεν τόλμησες ποτέ.
Κοίταξα από κοντά πια, τη γεωγραφία του κορμιού του. Όλο ζωγραφιές. Ολόκληρο.
Δέρμα τραχύ, χιλιοτρυπημένο. Είπα να ρωτήσω. Μου ‘πε για τα παιδιά που χαράζουν ονόματα και σκέψεις σε ξύλινα παγκάκια και φλοιούς δέντρων. Και πως αυτός, που δε ριζοβολά πουθενά, κάνει δέντρο τη σάρκα του, της φοράει χρώματα κι έπειτα, όλα τούτα που γράφει στο πετσί του, τα βλέπει για λουλούδια.

Του μαρτύρησα πως τον αποκαλούν τα παιδιά. Το ‘ξερε, ήταν χαρούμενος γι αυτό.
Ξάφνου ένιωσα ανεπιθύμητη και στράφηκα να φύγω. Φτάνει τόσος λόγος, σκέφτηκα. Θα του παράπεσε.

Καληνύχτισα κι έχωσα τα χέρια στις τσέπες. Τάχυνα το βήμα, μα γρήγορα μετάνιωσα. Άλλαξα ρυθμό, είπα ν’ αργοπορήσω μπας και καθυστερήσω το χρόνο. Άφησα ξεκούμπωτο και το μπουφάν. Τα χέρια να κινούνται.
Ένιωσα το παγωμένο, νοτισμένο αεράκι του λιμανιού να με ποτίζει. Να το ρουφούν τα κόκαλα, να γλιστρά μέσα απ’ τους πόρους. Στις φλέβες να φτάσει• ευχήθηκα. Να ριζώσει. Να δεντρώσει• μπορώ να το πω έτσι; Ν΄ αρχίσει η γέννα των ανθών. Η ζωγραφική τους. Δίχως βελονιές. Αλλά με χρώματα γερά, δυνατά. Να ΄χουν να τρέφονται οικεία μάτια και συγγνωστά αγγίγματα.

 
Σάλπαρε η Καπετάνισσα ώρα 00:57 | Πανάκι ξεδιπλωμένο | 34 ανάσες


Layout design by Pannasmontata


©
Creative Commons License