
Κοινός τόπος –όχι η πικρία πιά- αλλά ο πόνος, ο βαθύς, οξύς πόνος για μια πολιτεία που γδέρνει τη ψυχή μας καθημερινά• ποικιλοτρόπως, ούτε λόγος, όμως πάντοτε με λύσσα.
Όλο και περισσότερο αισθάνομαι ότι οι γύρω πολιτικές αθλιότητες αποτελούν ένα είδος σύγχρονης βίας –μασκαρεμένης αγριότητας συχνά-, που επιβεβαιώνει την άποψη πολλών για θεμελιώδη απώλεια αρχών. Παλεύω να στρέψω τη ματιά στο κάθισμα το διπλανό, στη φιγούρα που με βιάση με προσπερνά, στον αγκώνα που αθέλητα με σκουντάει για να βρει κέντρο η καρδιά στον κάθε ταπεινό Σίσυφο• εκείνον που σπρώχνει ως την κορυφή του βουνού την πέτρα που θα κατρακυλήσει ξανά και ξανά και ξανά…
Και που να στραφείς και που να βρεις πηγή να βρέξεις το αχείλι…
Στις καθημερινές και πολύμορφες δόσεις απολιτικοποίησης;
Στη γλοιώδη στάση ζωής που συσσωρεύεται σαν ίζημα τριγύρω;
Πώς να δεις τον γύρω κόσμο με άλλα μάτια, πιο χλωρά…
Διαβάζω στη Λυγερή για κινητοποιήσεις που ετοιμάζονται. Αύριο. Υπέρ της βιωσιμότητας των δομών για την ψυχοκοινωνική αποκατάσταση των ψυχικά πασχόντων. Κάποιοι συνάνθρωποί μας λοιπόν, δεν απαιτούν ηθικά αντανακλαστικά από τα χαζοκούτια που μας κανοναρχούν νυχθημερόν, αλλά, παίρνουν τους δρόμους και διεκδικούν. Κάποιοι συνάνθρωποί μας ξέρουν καλά ότι έλλειψη υγείας δε σημαίνει μόνο «πονάει το χέρι μου», αλλά, «αρρωσταίνει η ψυχή μου».
Θυμώνω. Για το γενικό μας κατάντημα, εντάξει, για τις γελοιότητες των «μεγάλων» που σκάνε πάνω στις ζωές μας και τις μικραίνουν, για την συστηματική αποχαύνωση που μας διαποτίζει και σαφώς για τους θεσμούς που ’ναι κούφιοι κι ουδείς από τους «άρχοντες» δεν έχει τη θέληση –ούτε βέβαια και τη ψυχή- να στηλώσει ξανά ό,τι καταρρέει.
Δομές που στήθηκαν για να στηρίξουν τους ψυχικά πάσχοντες συνανθρώπους μας πάνε για φούντο. Εκεί που θα ‘πρεπε το κράτος να δυναμώνει τις πρακτικές, στρέφει τα νώτα. Κι άντε να του κουβεντιάσεις. Και να πειστεί. Μπορώ τώρα να θεωρήσω τη ψυχική υγεία σαν ένα οποιοδήποτε προϊόν προς διαπραγμάτευση; Ντροπή!
Η κοινωνία μας όλο και μου φέρνει κατά νου εκείνη την ασχημομούρα πριγκηπέσα του παραμυθιού που ’χε γύρω της αυλικούς κι υπηρέτες να υποκλίνονται και μια μέρα τους διέταξε να κάνουν θρύψαλα τους καθρέφτες του παλατιού ώστε να μην είναι φανερή η ασχήμια της. Να μην μπορεί να τη δει δηλαδή.
Καθρέφτες κοινωνικοί, ένα σωρό τριγύρω μας. Γιγάντιοι.
Να γίνονται γυαλάκια μικρά κι έπειτα να ενώνονται πάλι για να καμωθούν τους παραμορφωτικούς και συ να τους πιστέψεις.
Τα χάλια μας. Κι είναι παρηγοριά –απ’ τις ελάχιστες-, κάτι τέτοιες δραστηριοποιήσεις που δηλώνουν αυταπάρνηση και μαρτυρούν ουσιαστικές ανησυχίες. Κοινωνικές και πνευματικές. Γιατί, όσο κι αν τα βήματα προς το Υπουργείο Υγείας θέλουν αποφασιστικότητα και μαχητική αντιμετώπιση, τα εσωτερικά βήματα είναι τα ζόρικα. Για όλους μας.
Κι είναι πάντα επικίνδυνα. Και μοναχικά.
Με λογχίζει το φως
ο άκτικτος για την αύριο πόνος
σε ποια φωτοειδή νερά
δίνεις απόψε την ψυχή σου
ποιανού τέλους ατέλεστου
γίναμε πάλι διδακτοί.
[Π.Κ. από τα "Φωτοειδή Νερά"]