Πέμπτη, Νοεμβρίου 30, 2006
Όσο δε ζεις να μ' αγαπάς,
διότι νέα σου δεν έχω.
Και αλίμονο αν δε δώσει σημεία ζωής το παράλογο.


Ο Δημήτρης υποφέρει από παρανοειδή σχιζοφρένεια. Πρόκειται για ψυχωτική διαταραχή με παραληρητικές ιδέες (π.χ. μεγαλείου ή δίωξης) και ακουστικές ψευδαισθήσεις. Παράλληλα, οι γνωστικές ικανότητες και το συναίσθημα του ασθενή παραμένουν σχετικά ανέπαφα.

Με πλησιάζει διερευνητικά και μου λέει με δυσπιστία:
- Εσύ αγαπάς;
- Αγαπώ, πως δεν αγαπώ, ψελλίζω.
- Και σ' αγαπάνε;
- Μ' αγαπάνε. Νομίζω πως ναι. Κι ελπίζω δηλαδή..., του χαμογελώ.
- Ζωντανοί ή πεθαμένοι;
- Ζωντανοί Δημήτρη. Οι πεθαμένοι μπορούν ν'αγαπούν;
- Εγώ λέω πως καλύτερα να σ' αγαπούν οι πεθαμένοι, διαπιστώνει στοχαστικά.
Είναι σίγουροι. Ούτε πληρώνουν, ούτε πληρώνεις.
- Τι εννοείς;
- Οι πεθαμένοι δε σε πονάνε. Κι αυτοί πάλι, δεν πονάνε. Κάθονται ήσυχα-ήσυχα κι εσύ ξέρεις πως σ' αγαπούν. Οι ζωντανοί πάλι, αγαπάνε για τον εαυτό τους. Κι αν δεν τους αγαπάς όπως σου ζητάνε, θυμώνουνε.
- Και μπορείς Δημήτρη ν΄αγαπάς μόνο πεθαμένους;
- Μπορείς! Εσείς οι σπουδαγμένοι δε λέτε πως η αγάπη νικάει το θάνατο;





[ Eddie Vedder (Pearl Jam) & ο Πακιστανός Nusrat Fateh Ali Khan-
The Face of Love

Από την ταινία Dead Man Walking

Ο τίτλος, εξαίσια αποστροφή της Κικής Δημουλά.
Η φωτογραφία είναι του AL από το www.pbase.com ]
 
Σάλπαρε η Καπετάνισσα ώρα 12:05 | Πανάκι ξεδιπλωμένο | 48 ανάσες
Τρίτη, Νοεμβρίου 28, 2006
Μάθημα ανατομίας
Ξεφυλλίζοντας φοιτητικό τετράδιο σημειώσεων, βρήκε και σκάλωσε η ματιά:

"Men often give love for sex.

Women often give sex for love".

Κι η σκέψη, με τα γνωστά αυθάδικα καμώματά της, άρχισε να γυροφέρνει την αλήθεια του αποφθέγματος. Καταπάνω στους ρόλους των φύλων και στις στερεότυπες εικόνες τους, ήρθε η θύμηση ταινίας αγαπημένης, σπουδαίου έλληνα κινηματογραφιστή. Γλυκιά Συμμορία του Νίκου Νικολαΐδη η ταινία, από την οποία, μια εικοσαετία πίσω, αναδύθηκε ένας διάλογος κρυστάλλινος στις αλήθειες του, για τούτο και ισχυροποιημένος στο θολό μνημονικό...
Άντρας και Γυναίκα συνομιλούν. Ηθοποιοί σε ρόλους. (Σίγουρα;)
Αγγίγματα, γδαρσίματα, νυχιές και χάδια, αμυχές και εκδορές, δειλές θωπείες, χαμηλοκοιτάγματα και τρεμομιλήματα, όλα τους παραμονεύουν και διαφεντεύουν το λόγο.




Γ- Που πας;
Α- Κάπου έτσι… γενικά, να την πέσω…
Γ- Τι γίνεται απάνω;
Α- Απάνω… τι γίνεται απάνω, εντάξει, όλα καλά απάνω…
Γ- Κοίτα… κοίτα. Άμα θέλεις να κοιμηθούμε μαζί, εντάξει.
Α- Ξέρεις κάτι;
Γ- Τι;
Α- Δε μ’ αρέσει έτσι.
Γ- Και πως το περίμενες δηλαδή;
Α- Δε ξέρω, δε ξέρω. Κάπως αλλιώς, πάντως όχι έτσι.
Πάμε μια βόλτα στο δρόμο.
Τουλάχιστον όλα αυτά δε γίνονται από φόβο, ή από ανία, ή από… συναδελφική διάθεση.
Μ’ αγαπάς λίγο;
Γ- Όχι μεγάλα λόγια, δεν είπαμε;
Α- Δηλαδή με σένα πως γίνεται; Κατεβάζουμε το φερμουάρ, ξεκουμπώνουμε το παντελόνι, παπ, τελειώσαμε…
Γ- Δε με παίρνει για περισσότερα.
Α- Αα… Μάλιστα! Άκου τώρα το μάθημα της ανατομίας.
Αυτός εδώ είναι ο εγκέφαλος. Ο εγκέφαλος. Που διψάει γι αλήθεια και ποτέ δεν του δίνουμε αρκετή και ποτέ δε χορταίνει. Κι αυτή εδώ είναι η κοιλιά, που διψάει για τροφή. Κι αυτό εδώ κάτω είναι το… φύλο. Που διψάει για έρωτα γιατί νιώθει μοναξιά πότε-πότε. Εγώ στη ζωή μου τα ‘θρεψα. Τα χόρτασα και τα τρία, όσο μπορούσα κι όσο ήθελα. Εσύ μπορεί τη κοιλιά σου λίγο, με φασκόμηλο βέβαια, αλλά από αλήθεια, από έρωτα, τίποτα. Τίποτα, τίποτα. Μόνο φουσκωμένα λόγια και καμώματα και πόζες… σ’ αφήνω το χέρι.
Το μάθημα τελείωσε, ε; Μπορείς να πηγαίνεις.




( Ο παραπάνω Διάλογος, όπως ακούστηκε στην ταινία
Γλυκιά Συμμορία του Νίκου Νικολαΐδη.

Η φωτογραφία τιτλοφορείται Angel Anatomy και είναι του Eric Lawton )
 
Σάλπαρε η Καπετάνισσα ώρα 17:31 | Πανάκι ξεδιπλωμένο | 31 ανάσες
Δευτέρα, Νοεμβρίου 27, 2006
Παραισθήσεις

Σε νιώθω

Μέσα στη θολή νύχτα
Τις ώρες που ίσως είσαι εκεί
Μπορεί αλλού

Και με πονά ως το πρωί ένα παράξενο όνειρο

Μέσα του Ε σ ύ

Μέσα μου Ε σ ύ

Να περνάς
Αγέρας, ωκεανός
Ουρανός

Ε σ ύ
Στο διαρκώς προεκτεινόμενο παρόν μου

Ε σ ύ
Μάτια, όλος μάτια

Πως να σ' ακουμπήσω
Πως να κοιτάξω
Πως να δω

Ε σ ύ
Η αλήθεια της ποίησης
Μέσα στην δική μου αλήθεια

Ε σ ύ
Ο διαρκώς αναδυόμενος μέσα μου

Ε σ ύ
Επιθυμία κι αναζήτηση και πόθος χυμμένος

Ε σ ύ
Που με περιέχεις

Ε σ ύ
Πες μου

Θα υπάρξουμε ποτέ οι Δ υ ό μας;





( Νίκος Κυπουργός - Το βαλς του Παραδείσου
Μελωδία από τον «Γυάλινο κόσμο» του Τενεσί Γουίλιαμς,
θεατρική παράσταση που σκηνοθέτησε οκτώ χρόνια πριν
ο Δημήτρης Μαυρίκιος.


Η φωτογραφία είναι του andi2 από το www.flickr.com )
 
Σάλπαρε η Καπετάνισσα ώρα 01:53 | Πανάκι ξεδιπλωμένο | 31 ανάσες
Τετάρτη, Νοεμβρίου 22, 2006
Για τ' άστρο της Ανατολής
κινήσαμε μικροί...


Άρωμα να στάζει στους αιθέρες. Να παραβγαίνει με τους αέρηδες στην πλάνη. Λιγωτική μυρωδιά. Κανέλλα και λεμόνι. Ό,τι μυρίζει πάει να πεί. Να ποτίζει τα λογικά, να σε γλυκοτυραννά, να σε μεθά, να σε στραγγίζει...
Αυθαίρετη εισβολή αισθήσεων στα ρουθούνια. Στρατιές απ' άνθη, με εντολή να υποτάξουν ό,τι μοιάζει αδιάφορο.

Μπουκαλάκι χαρισμένο. Τ' αφήνω να πλανηθεί στον αέρα και, μεμιάς, νιώθω σαν να βρίσκομαι σε μια ανατολίτικη αγορά και τρυπώνω στα σοκκάκια και εξερευνώ και λιποθυμώ από τ' αρώματα.
Σου έχω πεί πόσο τρελλαίνομαι για τις αισθήσεις της ανατολής;

Και την αγορά της, που θυμίζει
αμάθητο κορμί γυναίκας. Σκεπαστή και δαιδαλώδης. Μυρωδικά, αρώματα, μπαχαρικά.
Αισθήσεις που διαφεύγουν στον αέρα...

Εκεί μπορείς να τσιμπολογήσεις τα πιο ύποπτα γλυκίσματα, να γευθείς τα αμυγδαλωτά, ν'αγγίξεις τα μεταξωτά υφάσματα, να διαλέξεις τα ζωηρόχρωμα και λεπτοδουλεμένα κιλίμια, να ρουφήξεις με απόλαυση τα γλυκερά αρώματα από μόσχο και ροδόνερο.
Όλα ξεχειλίζουν και χύνονται πλουσιοπάροχα κι ανακατεμένα πάνω στα λιθόστρωτα δρομάκια...

Μπορώ να μιλώ ώρες. Έχω ταξιδέψει σε χώρες της ανατολής. Θα'θελα να τις δω ξανά και να διηγηθώ σ' όσους δεν είδαν, δεν υποψιάζονται...
Για τη σεντεφένια χλωμάδα της ερήμου, για το άρωμα των εξωτικών φρούτων, για τις υπέροχες μυρωδιές από γιασεμί και μπαχαρικά.

Για τα βαριά, μακριά, πολύχρωμα φορέματα, που σφιχτοδένουν κάθε καμπύλη μα εκείνη, λες και πάει να σκάσει
όλο και ξεπροβάλλει... σε κάθε βήμα, σε κάθε υπόσχεση. Αινιγματική κι ασίγαστα μαγευτική...

Το πως μπορούν κι ανθοφορούν οι λέξεις ακόμα κι όταν έχουν για γη ένα πληκτρολόγιο, είναι απίστευτο!
Χάνομαι μέσα σ' αυτές, μεθάω σχεδόν, λησμονώ τα "άχαρα και σκούρα".
Στήνω ιστορίες, γυρεύω μαγικά χαλιά να σκαρφαλώσω, να περιπλανηθώ!
Χαράζω μορφές με καμπύλες γραμμές. Με φωτοσκιάσεις του φεγγαριού.

Ώρες-ώρες νιώθω πως δε μένει άλλο, παρά οι εικόνες κι οι αισθήσεις του παραμυθιού. Να τις αιχμαλωτίζει η ψυχή για ν' αντέχει τις κακοτοπιές...




( Αγαπημένες κινηματογραφικές μουσικές, μ' άρωμα ανατολής σφιχτοδεμένες:
Ευανθία Ρεμπούτσικα - The best days of our lives.
Από την ταινία Babam Ve Oglum
Tamer Ciray - Halil melegi kaciriyor. Από την ταινία Gonul Yarasi

Στη γειτονιά της Candyblue, γύρω από τη φωτιά που σπινθιρίζει, λικνίζονται ηδυπαθείς φιγούρες. Κι ο αγέρας, ταξιδευτής σε μυρωδιές και σχήματα.
Πρόσκληση, να διηγηθώ μια
ιστορία.
Στο πυκνό δάσος του blogspot.

Ο τίτλος, στίχος του Νίκου Καββαδία )
 
Σάλπαρε η Καπετάνισσα ώρα 10:20 | Πανάκι ξεδιπλωμένο | 23 ανάσες
Δευτέρα, Νοεμβρίου 20, 2006
Πόσων λογιών παλικαριές;

Το μερακλίδικο πουλί
ποτέ φωλιά δεν κάνει,

μον' έτσι βασανίζεται
κι ως ότου ν' αποθάνει.

Αφιερωμένο, ε; Το 'ταξα.
Για την παρέα την απίστευτη που με μια λύρα δανεική και τις φάλτσες μας φωνές ξημερωθήκαμε στις ρακές, τις μαντινάδες, τους στεναγμούς και τα κλάμματα.

Για τις μνήμες που βραχήκανε στα χείλη κι έπειτα περπατήσανε μέχρι τα γρουσουζάδικα έτσι όπως ήτανε παλιά, φτωχικά κι ανθρώπινα.
Και ξαναμπήκανε οι τσίγκοι στις σκεπές και πήγε η λαχτάρα εκεί με βροχή και τρέξαν να κρυφτούν τα μάτια.

Για τις ιστορίες που ξαπλώθηκαν στο δοξάρι κι είχαν να λένε για την ωριά που στην αλήθεια ήτανε το τέρας, για το τέρας που στην αλήθεια ήτανε ο καλός της υπόθεσης, για έρωτες που δεν ήτανε παρά ύβρεις στη θεά, για σχέσεις μίσους και απαρέσκειας, που κάποιοι τις βαφτίσανε αγάπη να κοροϊδέψουνε την ειμαρμένη.

Για τη μοναξιά που με πονηριά στριμώχτηκε στις χορδές και παρά τα ξόρκια τα νυχτερινά, δεν έλεγε να φύγει.
"Ο μόνος άνθρωπος τέρας θα 'ναι ή θεός", θύμισαν οι σοφοί τη ρήση του Αριστοτέλη.
Λοιπόν; Διάλεξε.

Ο θεός είναι καταδικασμένος να ζει μόνος αφού έτσι το επέλεξε. "Ουκ έσονταί σοι θεοί έτεροι..." Έτσι δεν το 'θελε;

"Ξάσου!* Κάτσε επαέ μόνος σου κι απολάμβανε", περιγελάσανε οι θνητοί.

Κάτσαμε. Όλοι μαζί και ο καθένας μόνος. Όλοι θνητοί και ο καθένας θεός.
"Έτσι είναι μπρε οι μερακλήδες", ακούστηκε φωνή. "Βάλε άλλη μιά".

Εβίβα και σε σένα. Που κάθεσαι απέναντι, που μπορεί και να 'ρθεις δίπλα.




[ Μπάμπης Τσέρτος - Το μερακλίδικο πουλί (παραδοσιακό της Κρήτης)

*Ξάσου= εξουσία σου, δικαίωμά σου.
Η φωτογραφία, βραβευμένη από το www.dpgr.gr,
είναι του αγαπημένου φίλου Ζαχαρία Κατσακού.
Εκείνος ευθύνεται και για την αποτύπωση του βλέμματός μου στη φωτογραφία που με αντιπροσωπεύει εδώ, στον μπλογκόκοσμό μας.
Μια μέρα που ο λιγωτικός νοτιάς σκόρπισε κόκκινη σκόνη στο Ηράκλειο κι ένιωθες τριγύρω τη χλωμάδα της ερήμου, ο Ζαχαρίας εμπνεύστηκε και αιχμαλώτισε τον χρόνο και τον τόπο.
Εξ ου και τα χρώματα της φωτογραφίας ]

 
Σάλπαρε η Καπετάνισσα ώρα 00:25 | Πανάκι ξεδιπλωμένο | 36 ανάσες
Παρασκευή, Νοεμβρίου 17, 2006
Του Ανέμου και της Φωτιάς


Ξημερώνει και βραδιάζει σ' αυτή την παράξενη ξενιτιά των αισθημάτων κι εγώ συνεχίζω να ρουφώ το βραδινό απόσταγμα ενός ονείρου που σε ζεί, μιας σκέψης που σε ακουμπά, σαν πρωϊνό νέκταρ.

Μία αναγνωρίζω ως αμαρτία, την υπέρτατη κατά Καζαντζάκη αμαρτία για έναν άνδρα, να αρνηθεί τον –σαρκικό έλεγε εκείνος- έρωτα μιας γυναίκας.
Θα σε υποδεχθώ και θα σε αποδεχθώ έρωτά μου, με την ψυχή και το σώμα. Έπειτα, στο έχω πει και άλλοτε, εμείς κατακτήσαμε το δικαίωμα να μην ξοδεύουμε το πάθος στις υπερβολές. Μάθαμε πιά να συγκεντρώνουμε τη δύναμή του εκεί που του/μας πρέπει.
Ώρες-ώρες σκέφτομαι, αν είχα μόνο μια βραδιά μαζί σου δεν ξέρω αν θα 'θελα περισσότερο να σε ακούω να μου μιλάς ή να σε νιώθω να τρέμεις από κάτω μου, αψέντι μου...


Να ' μουνα εκεί, κοντά, στην όποια περιπλάνησή σου... Μ' όλα τα ξόρκια που από τ' αρχαία χρόνια έχουν οι μάγισσες συγκεντρωμένα... Να καμωθώ τη νεράιδα και με μια κίνηση να βάλω τέλος στη δουλειά και να σε καλοκρύψω από υποχρεώσεις και κοστουμαρισμένα ανταμώματα. Να γητέψω ότι ορίζεις για αίσθηση κι ότι δεν πάει για κεί, να το μετατρέψω. Να κανακέψω κάθε μέλος του κορμιού σου, να γλυκομιλήσω στη μυρωδιά και στη δίψα σου, ερωτοφερμένε μου μάγε!
Ένας αγέρας, αυτό είσαι. Αγέρας θάλασσας μακρινής. Μα... ποια θάλασσα; Η εικόνα σου έγινε ήδη καράβι...


Σκέφτηκα να σε πω Κίρκη, αλλα μάλλον που θα σε αποκαλέσω Καλυψώ. Πως να αντισταθεί ο μικρός πολεμιστής, εκεί που παραδόθηκε ο Οδυσσέας; Έχεις περπατήσει ποτέ χάραμα στο βαθύ δάσος; Έχεις δεί τις νύμφες και τις νεράϊδες της μέρας να παίρνουν την θέση των ξωτικών της νύχτας;
Ο δικός σου κόσμος είναι αυτός, μάθε το.




Περπατώ στα λόγια σου, τρίβομαι πάνω τους, σκύβω και ψηλαφώ τ' αποτυπώματά τους. Είμαστε σαν όλους εκείνους που βλέπω να περνούν τις διαβάσεις των πεζών, όταν κάθομαι στο τιμόνι. Άλλοι βιαστικοί, άλλοι σέρνοντας το βήμα, μερικοί κοντοστέκονται, έτσι για χάζι. Κι εγώ συλλογίζομαι τις ζωές τους. Που πάνε άραγε... Σ' ένα σπίτι ζεστό, σε μια αγκαλιά, σε κάποιον έρωτα παρόντα ή απόντα, τι νιώθουνε τάχα όταν γυρίζουν το κλειδί στην πόρτα. Πιο πολύ με συγκλονίζει η σκέψη του πόνου που κουβαλάνε. Που είναι κοινός, είμαι σίγουρη. Για όλους μας... Οι όποιες διαφορές είναι για να ξεχωρίζει ο Θεός. Κοινός ο καημός, σαν έρωτας. Που αρχίζει, ή τελειώνει… άνεμέ μου και ήλιε μου μαζί!


Το τέλος! Που αποτελεί και ένα από τα δυο μεγάλα κίνητρα στη ζωή, το άλλο είναι ο έρωτας. Κι είναι ο έρωτας που μεταμορφώνει τη μια στιγμή σε αιωνιότητα και υπερβαίνει έτσι το τέλος. Όπως επίσης μετουσιώνει την άλλη στιγμή σε ατέλειωτη κόλαση, που μπροστά της το τέλος είναι ευτυχία. Μόνο όποιος πήγε από τα ψηλά στα χαμηλά το ξέρει και το κατέχει. Από την άλλη, ότι αρχίζει δεν τελειώνει ποτέ στην αιωνιότητα… φτάνει να έχει ψυχή. Όποιος πιστεύει, ή χρησιμοποιεί την λέξη "τέλος", ίσως ποτέ του να μην πίστεψε στην λέξη «αρχή». Και η «αρχή», είναι η μήτρα του Λόγου αυτοπροσώπως, ο υπέρμαχος των ονείρων κάθε ζωντανού πλάσματος!
Η δική μας ιστορία, μου θυμίζει εποχή μεταβατική. Λίγο πριν την καλοκαιρία, λίγο πριν το χάραμα. Ιδού! Το ξεκίνημα ενός ακόμα ταξιδιού, που μπορεί να μην τελειώσει ποτέ. Γιατί και το τέλος ανατρέπεται όταν πάψεις να το φοβάσαι...

Άνεμο, ναι. Μόνο μη με αποκαλείς ήλιο… Κι αν φώτισα ορισμένους στην ζωή μου, με ασημένιο σεληνόφως τους άγγιξα, σε φωτεινές νύχτες τους οδήγησα, όχι στο λαμπρό φως του μεσημεριού. Εκεί φωλιάζει ο δαίμονας της καθαρότητας. Αυτός που εξαπατάει όσους νομίζουν ότι το φως είναι το μόνο πράγμα που χρειάζονται για να δουν.
Οπότε, προτιμότερο να με φωνάζεις όπως θες, μα αν βρεθώ στο διάβα σου, καλύτερα Έρωτα, για να γυρίσω το κεφάλι…






( Tarrega - Recuerdos de la Alhambra

Το βασικό περιεχόμενο του διαλόγου μεταξύ Ανέμου και Φωτιάς, έχει δημοσιευτεί στο "Τέταρτο Μάτι", εφημερίδα του 4ου Εσπερινού Επαγγελματικού Λυκείου Ηρακλείου.
Εδώ, δόθηκε καινούργια φορεσιά πάνω στο γνώριμο κορμί, φρεσκοσιδερώθηκαν τα ντύματα και βαφτίστηκαν αλλιώτικα οι Δύο που σμίγουν για να γεννηθεί η Ζωή.

Στις φωτογραφίες, του Simon Gris, τόλμησα να κάνω αυθαίρετες παρεμβάσεις )

 
Σάλπαρε η Καπετάνισσα ώρα 14:37 | Πανάκι ξεδιπλωμένο | 38 ανάσες
Τετάρτη, Νοεμβρίου 15, 2006
Της Φωτιάς ΙΙ

"...ρόδο της νύχτας πέρασες, τρικύμισμα πορφύρας
τρικύμισμα της θάλασσας... Ο κόσμος είναι απλός"

Ξαναπαίρνω τα βήματά μας ως εδώ απ' την αρχή, με όλη την αλληλουχία του πάθους τους.
Στριφογυρίζω ανάστατη με μυρωδιά παλλόμενης σάρκας μέσα μου, -αιχμαλωσιά κι αυτή!- και με μια κίνηση αέναη, δική σου, ταχύτητα και πάλεμα στα σωθικά μου, ίδια μέθη και λιγοθυμιά.
Κι εκεί που ανταριάζει η σκέψη, πέφτει στα χέρια μου ο Αλεξανδρινός και σκέφτομαι πόσο απλή μπορεί να είναι τελικά η αλήθεια που μας διαφεύγει.
Απλά τα σημαντικά, έχεις δίκιο. Και δύσκολα. Για τούτο κι ακριβά. Τα παραμύθια όμως, ακόμα αναπνέουν. Ευτυχώς! Κι αυτός είναι ο έρωτας. Αντίβαρο στο χαλασμό του κόσμου, που λέει κι ο ποιητής…

Έρωτας! Κι η δική μας συναστρία μαγική! Πέλαγα που χύνονται στον κόσμο.
Σκιάζομαι σα σε σκέφτομαι να ονειρεύεσαι θάλασσες, βουβές, γαληνεμένες. Κρυμμένες τρικυμίες. Να σφίγγεις ανάμεσα στα γόνατα το σεντόνι και να με πονά όταν δεν είμαι εκεί να σου φιλώ το γόνυ, ν΄ ακούω πως τρίζουν τα σεντόνια όταν αθέλητα αναδεύεις. Σου'χω πεί κι άλλοτε γιατί η αγάπη δίνεται με φιλί: γιατί τα χείλια λιώνουν τελευταία.

Μα εγώ δεν θέλω τίποτ' άλλο να με στοιχειώνει παρά μονάχα το παρόν. Θέλω εσένα στον Ενεστώτα, τον ρηματικό χρόνο που χάθηκε και δεν τον βρίσκει πια ούτε ο Προυστ. Ξεγυμνωμένοι στο τώρα, χωρίς παρελθόν και χωρίς μέλλον.

Δίχως προσδοκίες και ζητούμενα, μπορούμε;
Αυτά είναι τα δύσκολα. Και τ' απλά, ε;
Τίποτα περίπλοκο και βαρυσήμαντο. Εσύ και γω. Άνεμοι και Φλόγες φυλαχτά μας.
Αντάμα. Κουβέντα με κρασί, γκριμάτσες, μανιέρες, δάχτυλα που ασπρίζουν σφίγγοντας πιρούνια, χείλη που αγκαλιάζουν στρογγυλεύοντας τις λέξεις, γόνατα που μαζεύουνε τις γάμπες για να γείρουν οι μηροί πιο μπρος και μάτια ολόγιομα από εικόνες που καμωνόμαστε πως δεν ήρθανε ακόμα.

Στο'πα, δε στο' πα; Πως άλλη σωτηρία δεν έχουμε από τον έρωτα.

Σε φιλώ με μάτια θολά κι ανάσα αψή, απ' τη ρακή,
έτσι όπως σκύβεις κι εσύ να με χιλιοτρυγήσεις...




( East West Orchestra - Fantasy Of Passion
Από τη μουσική που έγραψε ο Βόσνιος Haris Pasovic για τον
Hamlet του Shakespear
Γνωρίζω τη δημιουργό της κάτω φωτογραφίας μόνο: Bonnie Underwood )
 
Σάλπαρε η Καπετάνισσα ώρα 16:30 | Πανάκι ξεδιπλωμένο | 28 ανάσες
Δευτέρα, Νοεμβρίου 13, 2006
Του Ανέμου ΙΙ

Αν απλώσεις το χέρι σου προς το μέρος μου ξέρεις τι θα κάνω;
Θα τ’ ακουμπήσω πού αλλού; Στο στέρνο. Στο μέρος της καρδιάς.

Κι έπειτα, θα το χώσω στην παλάμη μου και θ' ανοίξουμε βήμα για κείνο το εξοχικό. Θα 'ρθω που λες, να 'μολογήσω μυστικά και να χυμήξω ολόκληρος, αντάρα ίδια...

Μυστική μέθεξη στη λειτουργιά της φύσης με τα τρία στοιχεία σ' οργιαστική λατρεία.
Εγώ, ο Άνεμος... Βοριάς θα φυσά, θα το δεις!
Εσύ η Φωτιά. Aναμμένο το τζάκι κι οι φλόγες σε χορό Mαινάδων.
Στο κέντρο μας η Μάνα Γη, να πίνουν δύναμη τα πεύκα, ν' αντρειώνονται τα κορμιά.
Μα να δεις που θα μυρίζει αλμύρα εκεί κοντά. Θα φτάνουν οι ψεκάδες των κυμάτων εκατό και παραπάνω μέτρα πιό πέρα, ορμητικές, για να ραντίσουνε το σπίτι μ' αγιασμό.
Έτσι, θα συμπληρωθεί το τέταρτο στοιχείο, θα συμβεί η Δημιουργία...


Στη σκέψη, μνημονικό κι ευχή, στιγμές. Δικές μας. Περασμένες στιγμές: Ανάσες, λέξεις της παραζάλης, αγκώνες που τραβήχτηκαν απότομα, ουλές που κρύβονταν επιμελώς, μυρωδιές κρασιού που ξέμειναν στα χείλη, μάτια που με κοίταξαν σαν να ‘ταν να με καταπιούν.
Θυμάμαι και ζω και προσμένω!

Μελλούμενες στιγμές: Λαχταρώ να δω σαν να είναι η πρώτη φορά πώς περνάς το χέρι στα μαλλιά, σε ποια πλευρά του λαιμού τα ρίχνεις όταν σκύβεις να σου ψιθυρίσουν, αν κουνάς το ποτήρι με τα παγάκια ώσπου να λιώσουν ή πίνεις γρήγορα, να μυρίσω πως βγαίνει το άρωμα με την ζέστα σου από τους πόρους όταν φουντώνεις και να ακούσω να γελάς με μέτρια αστεία.
Απλά πράγματα, δεν βρίσκεις;




( Stoa - P a r t u s )
 
Σάλπαρε η Καπετάνισσα ώρα 20:21 | Πανάκι ξεδιπλωμένο | 27 ανάσες
Κυριακή, Νοεμβρίου 12, 2006
Της Φωτιάς Ι

Πόσον καιρό είχες να μου γράψεις; Για συλλογίσου το. Να σπρώξεις τη φωνή κατά δω. Να σμίξεις το τρέμουλο των χειλιών σου με τις κοχλιδώσεις των αυτιών μου.
Να σε νιώθω να περιπλανιέσαι μέσα μου ακροπατώντας πάνω στις λέξεις, κανακεύοντάς τις σαν να'ναι ροδαλά μωρά που πρωτογελάνε.

«Είναι παιδιά πολλών ανθρώπων τα λόγια μας», λέει ο Σεφέρης κι εγώ θέλω να πέφτουν απ' το στόμα σου γέννες του έρωτα, αρχέγονες δαιμόνισσες και θεότητες μαζί, που αλλάζουνε μορφή, φωνή και ντύμα, έτοιμες να ταιριάξουν σε κάθε σμίξιμο σημερινό.

Τυλίξου γύρω μου Άνεμε. Παρ' το ξοπίσω το χνάρι το σπινθηροβόλο. Κι εγώ, θα τρέξω να στεγνώσω τα πέλαγα, να ξορκίσω τη δύναμή τους.
Μόνο να θυμηθώ να μην στεγνώσω τα όνειρά μου...

Εσύ να ’ χεις κατά νου πόσο παρήγορο είναι πού με νιώθεις και σ' αισθάνομαι μ' ένα ερωτικό, κλεμμένο εφηβικό, βαμμένο κόκκινο κλίμα, να ίπταται πάνω μας.
Ξέρεις πιά πως το χρώμα μου είναι το κόκκινο, το βαθύ. Πα' να πεί πάθος, ζωή, λιακάδα, ζεστασιά, κάψα. Αυτή είναι η γενιά μου, τα υλικά που ζυμώθηκα. Το πάθος που λες. Ξέρω τη φλόγα του, ξέρω και την πληρωμή του.

Χαίρομαι τόσο ν' ακούω για κείνα που στοιχειώνουν τον ύπνο σου και βουΐζουν στου μυαλού σου τους λαβυρίνθους.
Για όσα σε καίνε, να μου μουρμουρίζεις!
Να χαϊδολογείς την πίστη μου στη ζωή, να έχω μάτια να θωρώ πως σε τούτους εδώ, τους ανηφορικούς δρόμους μας, δεν πάψανε ακόμα να βγαίνουνε φεγγάρια…
Τι τρέχει κάπου εδώ, αναρωτιέμαι σαν αμάθητο κοριτσόπουλο, μα... δε γελιέμαι! Που τέτοια τύχη! Μ' αυτό το σπουδαίο χάρισμα, που λέγεται άγνοια για τα τσαλίμια της ζωής, μόνο οι πιτσιρικάδες ψιλοφλερτάρουν. Αν και… ώρες-ώρες, θαρρώ πως βυθίζομαι στο κόκκινο το τριανταφυλλί, το άγουρο, τ' αμάθητο, μιας μονίμως παραπονεμένης (και παρατεταμένης!) νιότης.
Μα, για δες! Η έφηβη μέσα μου αναδεύει κάθε που βγαίνω στις λιακάδες της ζωής ζητώντας μου να της απλώσω λευκά σεντόνια να τυλίξει τα κάλλη της!

Τόσα χρόνια στο πλάι μου, είσαι ό,τι ορίζω για πατρίδα και για αγκαλιά. Μ' αρέσει να μου θυμίζεις στιγμές και να προσμένεις κι άλλες. Δική σου δουλειά αν θ' ανταμώσεις τη στιγμή ή τ' όνειρο. Κατέβασέ μου το σύμπαν και κύλησέ το στα πόδια μου. Αυτό θα πει ψυχή. Αυτό θα πει έρωτας.

Νιώθω του μυαλού σου τα πεταρίσματα, αφουγκράζομαι της καρδιάς σου το βαθύ "αχ". Φαντάσου τώρα αφέλεια, που λέω να καμωθώ την πολύξερη και να το παλέψω το πράγμα. Να μιλήσω για κείνο το ανεξήγητο, το θεϊκό "κάτι" που ενώνει τους ανθρώπους. Να πω για τη δύναμη και την καθαρότητα του λόγου που καθρεφτίζει ψυχές. Να σταθώ σ' εκείνη την πλανεύτρα αίσθηση που γεφυρώνει αποστάσεις. Σε βλέμματα που καίνε πριν ακόμα σμίξουνε. Ή, το αντίθετο! Που φλογίζονται μαζί για χρόνια και χρόνια...
Κι έπειτα, τι; Έπειτα να χλευάσω την έπαρσή μου και τη "δήθεν" σοφία μου.
Ποιος είναι τάχα εκείνος που θα τολμήσει ν' αγγίξει τα ιερά της ζωής!
Και να τα ερμηνεύσει κιόλας...

Λοιπόν, άκου: Να έρθεις σ’ ένα εξοχικό που ανακάλυψα και βλέπει σ΄ ένα πευκοδάσος. Το τελευταίο πεύκο ξύνει το περβάζι μου κι όλο μου μπαίνουνε ζουζούνια, τρυπώνουν τις νύχτες μες στο βάζο με τη ζάχαρη, όσο και να το καλοκρύψω. Και κυνηγώντας τα, ξεχνώ ό,τι αθέλητα κοιτώ στην πόλη: σκιές γκρίζων κουστουμιών, κουρασμένα βλέμματα, πρόσωπα χλωμά και καλοκουρδισμένες χειραψίες. Πίσω από αυτά τα πεύκα τα λεπτόκορμα θέλω μια μέρα να παίξουμε κρυφτό-κυνηγητό για να σε βρίσκω εύκολα.

Πονούν τ΄ αυτιά μου που δεν είσαι εδώ ν΄ ακούω πως τρίζει το κορμί σου τώρα που έξω κρυσταλλιάζει και μέσα μας ανθίζει...




( Ίασις - Χειμωνιάτικος Ήλιος )
 
Σάλπαρε η Καπετάνισσα ώρα 01:22 | Πανάκι ξεδιπλωμένο | 27 ανάσες
Παρασκευή, Νοεμβρίου 10, 2006
Του Ανέμου Ι
Εκείνον, θα τον πω Άνεμο. Θα τρέχει μέσα στις χούφτες και θα συ θα ξεγελιέσαι πως τάχα, πήρες το χάδι του. Θα παιχνιδίζει μες στα βλέφαρα, θα σιγοτραγουδά στις φυλλωσιές και θα ορμά με λύσσα στις αμμουδιές του χειμώνα. Κι όταν φυσάει, θα κλείνεις τα μάτια.

Εκείνη, την ονοματίζω Φωτιά. Κουβαριασμένη στη ζεστασιά των χειλιών, θα ξετυλίγει σα σπίθα το λόγο, ανάκατο με την πνοή, με τους πόθους που σπαρταράνε, με τη λαχτάρα για φιλί, τη δίψα για δόσιμο και δέσιμο, την απόλυτη παράδοση στις ξελογιάστρες λιακάδες.

Τους βλέπεις;
Μια γυναίκα κι ένας άντρας δεκαετίες μαζί (χρόνια ίσως, μπορεί και μέρες, πιθανόν να μην συναντήθηκαν καν -ποιός θα 'ρθει να ζυγίσει το χρόνο με βαρίδι τη ζωή-)... Ανταλλάσσουν επιθυμίες, σκέψεις, εικόνες πότε σ’ ένα τεντωμένο σχοινί, πότε με βήμα πιο σταθερό ισορροπώντας. Μετέωροι κι οι δυο, σαν δραπέτες του δικού τους χρόνου, άλλοτε βουτούν στον ήλιο, άλλοτε τρέμουν σαν παιδιά τις ίδιες τους τις σκιές στο μισοσκόταδο...

Και να, ο Άνεμος χορεύει τη ζωή, ονειρεύεται μαζί της:

Ξέρεις τι συλλογιέμαι; Να'ταν μπορετό να ξαναβρεθούμε εκεί που σεργιανίσαμε πρωτοερωτευμένοι. Στη Λισμπόα, πίσω από το κέντρο, στα ταπεινά ψαράδικα. Εκεί που ο Πάδος συναντά τη θάλασσα και μόνο οι ντόπιοι ξέρουν κοιτώντας το νερό να σου πουν ποιο είναι του ποταμού και ποιο του Ατλαντικού.
Στο καφενείο με τα μαρμάρινα τραπέζια που βάζει χύμα "πράσινο" κρασί και γαρίδες στη λαδόκολλα, στέκεσαι πλάι μου με την φαρδιά σου μαύρη φούστα, να ξέρω μόνο εγώ τι πόδια σαλεύουν από κάτω, σκύβεις και μου ψιθυρίζεις...
Σ’ ακούω, σε μυρίζω…

Πέρασαν χρόνια για να μάθω ότι ο έρωτας απλώνεται στα κύτταρα, ορίζει πεθυμιές και γίνεται με όλο το σώμα και όχι (μόνο) με τα όργανα.
Κι επίσης, πέρασα την ηλικία που επικοινωνούσα αγγίζοντας κορμιά, τώρα πια θέλω να ανοίγω αγκαλιά μόνο με τη γυναίκα που επικοινωνώ... Μ' ακούς, ε;

.........................................................................




( Paco De Lucia - Mediterranean Sundance
Οι φωτογραφίες είναι του Simon Pais από το www.flickr.com )
 
Σάλπαρε η Καπετάνισσα ώρα 00:50 | Πανάκι ξεδιπλωμένο | 42 ανάσες
Τετάρτη, Νοεμβρίου 08, 2006
Χαρτογράφηση


Μπήκες με το φθινόπωρο
στον εύξεινο πόντο των πόθων μου
πορεία υπόγειου ρεύματος
το ταξιδεύουν πλάσματα της θάλασσας
χιλιάδες χρόνια τώρα

Όλη η ορμή σου κατά πάνω μου
δεδομένη πορεία
κι οι οδύνες της παρέκκλισης
συμφραζόμενες
Γραμμές, σύνορα τσαλακωμένα.
Νερά και ουρανοί μαζί.
Κοντά και μακριά.

Άνοιξε. Πως; Σύρατε-έλξατε
Άγγιξε, απομακρύνσου
Τώρα. Ποτέ.

Ανάστατες μέρες και σκοτάδια
Ανήξερη
Ξεχάστηκα, ξέχασα.
Λίθινη λήθη
Σιωπή. Και να! Αναπόδραστα μιλώ μαζί σου
Αντίλαλος, επιθυμίας σταθερής
Συνδιαλλεγόμενη εγώ
κι η λαχτάρα να οξύνεται διαρκώς
Δες, προεκτεινόμενη στο κενό.
Κρυστάλλινος σταλαγμίτης.
Μέσα μου

Φεύγει, έρχεται
θαλάσσιο ρεύμα ανακυκλούμενο
απλώνεται ακαθόριστα
μας ταξιδεύει καθοριστικά
ωκεανοί τα πελάγη
εσύ, εδώ
εγώ, εκεί
και το εδώ, τόσο πολύ εκεί
σχεδόν ακίνητος ο χρόνος
κι ο τόπος άκυρος
Εδώ
Εκεί
Πουθενά





( Νίκος Κυπουργός - Γαίας Αντίδωρον
Η φωτογραφία είναι του/της Pergamon από το www.flickr.com )
 
Σάλπαρε η Καπετάνισσα ώρα 01:56 | Πανάκι ξεδιπλωμένο | 29 ανάσες
Δευτέρα, Νοεμβρίου 06, 2006
Μη καπνίζοντες

-Καπνίζετε;
-Το 'κοψα. Πάνω από χρόνος τώρα.

Ήθελα βουτιά σε νερά.

Καθάρια.

Να εκπνεύσω καπνό ξερό και στυφό.

Να ξεκολλήσω είκοσι χρόνων αντάρες.

-Μ' ένα τσιγάρο;

-Με μια εκπνοή.

Να πάψει το φιλί να ξαπλώνει στα χείλη άγριο.

Βαρύ, γρατζουνισμένο.

Να 'χει οξυγόνο η φωνή.

Και το στόμα λέξεις κρυσταλλιασμένες.

Διάφανες.

-Αποστείρωση;

-Ζωή.

-Στους μη καπνίζοντες;

-Στους μη ελπίζοντες.

Αν δεν καπνίζεις, δεν ελπίζεις να σωθείς απ' το φαρμάκι!

Είσαι υγιής. Σώος.

-Σωθήκατε! Μπράβο!

-Με κυνηγάνε οι καημοί ξέρετε.

Η καψαλιασμένη εισπνοή και το αχ της εκπνοής.

Καπνός και κρίμα.

Νικοτίνη και κατάδυση.

Καπνός και βυθός.

-Φρόνιμη απόφαση.

-Θέλω, ξέρετε. Ακόμα θέλω.
Το πολύ κι όχι το λίγο.
Το "πάρε" κι όχι το "δεν".
Το "έλα" κι όχι το "μη".

Φεύγετε; Ένα πακέτο τσιγάρα πάρτε μου παρακαλώ...
Μαλακό.
Για το φιλί... Να μην σκληρύνει πάλι.






( Γράφτηκε πριν από μερικούς μήνες, δραματοποιήθηκε από τον
Αντώνη Περαντωνάκη και παρουσιάστηκε/ζεται από τη
Θεατρική Ομάδα Καθηγητών Νομού Ηρακλείου ,
κομμάτι συνδετικό, συνομολογητικό, μέσα στο θεατρικό δρώμενο
"Σημείον".

Η φωτογραφία είναι του Γιώργου Φιωτάκη από το www.fotoartmagazine.gr )

 
Σάλπαρε η Καπετάνισσα ώρα 00:23 | Πανάκι ξεδιπλωμένο | 31 ανάσες
Σάββατο, Νοεμβρίου 04, 2006
Ό,τι φέγγει

Κοιτάζω γύρω με λαχτάρα, με λαιμαργία παιδιού, να βρω στιγμές να αιωρούνται, ψηλαφίσματα κι ακραγγίγματα να στέκουν πάνω απ' τους πάγκους των φτηνών και των πολλών, να φεγγίζουν τις ώρες, τις αλήθειες, να περνούν μέσα απ' τους μαιάνδρους της σκέψης, να στέκονται πάνω απ' τη χλωμάδα του γυαλιού. Πέρα απ' το άηχο τρίξιμο του πλαστικού, μακριά απ' το ροκάνισμα των δοντιών που προπονούνται.

Βλέπω ζεστές μυρωδιές φίλων. Σάρκα που αναδύει αυτό ακριβώς, το φέγγος της ζωής. Κανέλλα και βανίλλια, αρώματα μεθυστικά από κρινάκια και πορτοκάλια του χωριού. Αίσθηση, εικόνα, μυρωδιά. Μια σκιά που καταφεύγει κάτω απ' την απλωσιά ενός κλαδιού, φροντισμένο να μένει χρόνια ακατέργαστο, ακλάδευτο, ατόφιο, πάνω απ' όλα τα πρέπει και τα ίσως της καθημερινότητας.

Αυτιά σφαλιστά στους θυμούς και την στιφάδα που αφήνουν.
Τρέχει το βλέμμα μακριά απ' τα πύρινα λόγια που καψαλίζουνε το "ατσάλινο" της ύπαρξής μας.
Μα όταν βλέπεις τις φωτιές που ρίχνονται απ' τα μάτια των ανθρώπων να σε κάνουν παρανάλωμα, τότε, παρά που ξέρεις ότι είσαι πυρίμαχος, στρέφεις την πλάτη και φεύγεις. Πως αλλιώς...

Αλλαγή πλεύσης. Έτοιμοι για τη μανούβρα. Τ' όρντινο ήρθε. Κόντρα στους καιρούς. Να δω. Καθαρά. Να ξαναδώ.
Να ξανανιώσω πως ώρες- ώρες, με λιγώνει η τόση ομορφιά της ζωής. Της σκέψης μερικών ανθρώπων!
Τόσο, που λέω δεν μπορεί, θα τα παλέψουμε όλα τ' άλλα. Όσο τα φεγγάρια βάφουνε ακόμα τα σκοτάδια, όσο οι λιακάδες μας τραβολογούν στις εξοχές, όσο κλέβουμε βλέμματα κι αγγίγματα απ' τους ανθρώπους και τον καθρέφτη μας, η ζωή είναι χαρά.
Στριμώχνεται σ' ένα χάδι, μια ανάσα, έναν κομπασμό φωνής.

Μα πόσες καλημέρες ν' απλώσω στον ήλιο πιά! Και στο φεγγάρι, το θολό απ' τη βροχή, τι να πρωτοζητήσω...

Τραγούδι, ε; Ναι, αυτό θα'ρθει να γλυκομιλήσει, να σταθεί αντίκρυ στο φως, να υψωθεί χέρι παρακλητικό στον ουρανό.
Τους φίλους δε μελέτησα; Τραγούδι από φίλο θα γυρέψω να μπει στη μέση, να γίνει εστία, μύρο, κοινωνία, αφορμή για ανάπλαση. Της σκέψης, του κόσμου, της ψυχής. Γύρω του όλοι. Ζεστασιά να ρθεί. Κολλημένη με τ' όνειρο, έτσι, να μην τα χωρίζεις.

Φίλος αγαπημένος πολύ, παιδικός, ο Ιωάννης Ιδομενέως.
Να κορδώνομαι, να κοκκορεύομαι τριγύρω, να λέω "αυτός που χειροκροτάτε είναι φίλος μου! Στην καρδιά μου σουλατσάρει"! Καριέρα ζηλευτή η δική του. Βαρύτονος πανάξιος, στέκεται δίπλα σε σπουδαία ονόματα
της μουσικής και καμαρώνει για συνεργασίες ακριβές (όπως με Θεοδωράκη, Μαμαγκάκη), προικιά ανεκτίμητα για τη ζωή του.
Δεξιά, στο sidebar, πάνω από το "Παλαιοπωλείον" θα βουτήξετε σε πέλαγα ανοιχτά που όσο και να κολυμπάς και να πίνεις, δε χορταίνεις:
"Ρόδο του Ουρανού" η άρια του Ορφέα στην αγαπημένη του Ευρυδίκη, από την όπερα Orfeo του Monteverdi.

Στο εκκλησιαστικό όργανο, ο Pierre Farago.


Στα λατρεμένα Παρίσια ζει ο Ιωάννης -νομίζω αυτήν την εποχή είναι στην παραμυθένια Πράγα, εκεί δίνει συναυλία- κι αλωνίζει Μεσόγειο και Εσπερία, τι να λέω, μια δρασκελιά η υδρόγειος.
Από παιδιά μαζί. Σε τρέλλες και ζαβολιές που δε θα μαρτυρήσω. Θα τις φέρω μόνο εδώ να σταθούνε μέσα από τη φωτογραφία που ο ίδιος τράβηξε -σπουδαίος και ως φωτογράφος- ,για να φεγγοβολήσει ο τόπος.
Μα δεν είναι
ήλιος και σελήνη μαζί τα πιτσιρίκια;
Αστράλια και δορυφόροι, γαλαξίες και μετεωρίτες.

Τέτοια χαμόγελα; Το Βόρειο Σέλας στη Μαρσίλια!
(Εκεί θαρρώ τραβήχτηκε η φωτογραφία).

Και σε τούτη την οθόνη ουράνιος θόλος...
Χάρη σε μια χούφτα χαμόγελα παιδιών, χάρη σε μουσικές εξαίσιες, χάρη στην αγάπη φίλων. Ρόδα του Ουρανού! Μουσικές και πρόσωπα.

Λοιπόν και όλες τις λάμπες να σβύσεις, πάλι θα'χω φως.
Κάτω οι διακόπτες, έλα. Δοκίμασέ με.
 
Σάλπαρε η Καπετάνισσα ώρα 00:44 | Πανάκι ξεδιπλωμένο | 22 ανάσες
Πέμπτη, Νοεμβρίου 02, 2006
Ικεσία

Δεν έχεις καιρό
Δεν έχεις καιρό για τον εαυτό σου
Αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος
Τάσος Λειβαδίτης


Έφτασαν ντυμένοι «φίλοι»
αμέτρητες φορές οι εχθροί μου,
τα παμπάλαια δώρα προσφέροντας.
Και τα δώρα τους άλλα δεν ήτανε
παρά μόνο σίδερο και φωτιά.
Στ’ ανοιχτά που καρτέραγαν δάχτυλα
μόνον όπλο και σίδερο και φωτιά.
Μόνον όπλο και σίδερο και φωτιά.
Οδυσσέας Ελύτης


Τον κόσμο αν μπορούσες τελικά ν’ αλλάξεις, γιατί
να παραήσουνα καλός με τον εαυτό σου;
Ποιος είσαι;
Βούλιαξε μέσα στη βρωμιά και το φονιά αγκάλιασε, μα
άλλαξε τον κόσμο: Το χρειάζεται!
Την ιστορία διηγηθείτε παρακάτω!
Εδώ και καιρό πολύ δε σας ακούμε πια σαν
ανθρώπους που κρίνουνε, μα κιόλας
σαν ανθρώπους που μαθαίνουν.
Μπέρτολντ Μπρεχτ

Να τους μιλήσω
Να κλάψω μαζί τους
Κι ύστερα να τους σηκώσω όρθιους
Όλοι να σηκωθούνε σαν ένας άνθρωπος
Γιώργος Σαραντάρης

Με του λύχνου το φως που όσο πάει και χλωμιάζει
Κι η ψυχή σε πηγμένο σκοτάδι βουλιάζει...
Μυρτιώτισσας


Τα παιδιά θα πάρουν τον κόσμο απ’ τα χέρια μας
Και θα τον φυτέψουν με δέντρα αιώνια…
Ναζίμ Χικμέτ


Τώρα ζω σε ξένη γη, απ’ την πατρίδα μου κυνηγημένος
Στέκομαι μπρος σ΄ αυτούς που κάθονται, κάνω χώρο να περάσουνε μπροστά
Αυτοί που ήρθανε μετά από μένα
Και μένω σιωπηλός, όταν μου βάζουν τις φωνές.
Μπέρτολντ Μπρεχτ



Μόνο στο σκοτάδι μπορείς να δεις τα αστέρια
Μάρτιν Λούθερ Κινγκ


Εσύ πρέπει να γίνεις η αλλαγή που εύχεσαι να δεις στον κόσμο
Μαχάτμα Γκάντι


 
Σάλπαρε η Καπετάνισσα ώρα 17:46 | Πανάκι ξεδιπλωμένο | 23 ανάσες
Τετάρτη, Νοεμβρίου 01, 2006
Μάθημα πορείας νυχτερινό

Aτμόσφαιρα Κόμη Μοντεχρήστου,
λίγο πριν τη μοιραία συνάντηση με τον Αββά Φαρία.
Σκαλίζεις την πέτρα λίγο-λίγο με το κουτάλι
ν' ανοίξεις τρύπα στον ήλιο να μπεί,
αφού ξέρεις πως η ψυχή σου το αρνείται, συνεπής γαρ ισοβίτισσα.
Έχεις στεγνώσει τόσο, που αναρωτιέσαι πως γίνεται και εκπνέεις.
Θα οφείλεται μάλλον στο νόμο αιτίου και αιτιατού.
Εκπνέεις κατ' ανάγκη γιατί εισπνέεις.

Μακάρι να 'χει τρυπώσει μια στάλα φως εκεί μέσα.
Κι η σιωπή, να γεννοβολά τοπία φυγής.
Μπορεί και κάπου να ξημερώνει.
Μπορεί.






( Αγγελάκας & Βελιώτης -
Ποιός καίγεται απόψε και μύρισε η πόλη αγάπη;

"Μάθημα πορείας νυχτερινό": στίχος του Νίκου Καββαδία )

 
Σάλπαρε η Καπετάνισσα ώρα 13:12 | Πανάκι ξεδιπλωμένο | 27 ανάσες


Layout design by Pannasmontata


©
Creative Commons License
Page copy protected against web site content infringement by Copyscape