Παρασκευή, Δεκεμβρίου 29, 2006
Οι "Άντρηδες" φοράνε πλισέ

Φίλος παιδικός. Καταξιωμένος, με περγαμηνές και διακρίσεις. Ξαμολιέται καθημερινά στην ασταμάτητη τρεχάλα. Ακόμα και τα δείπνα του, για λεφτά είναι. Στέλεχος. Οικονομικός τομέας. "Το κοινωνικό προφίλ του καταξιωμένου", θα μπορούσε να γράφει η επιγραφή έξω από το γραφείο του. Στην καθημερινότητά του, μαχητικότητα και ένταση, στ' αλισβερίσια του γλώσσες δικηγόρων, κοφτερές κι εξασκημένες.
Επιλογή ο δρόμος. Και συνάμα, αρματωσιά βαριά που πολεμάει μονάχη, λες και δεν έχει σάρκα εντός.

Μόνο κάτι Κυριακές μεσημέρια τον έχω πετύχει ν ' ανοίγει στους γύρω και στα μέσα του. Να χαλαρώνει τη γραβάτα, να ψιλοζυγίζει τις στιγμές με την ματαιότητά τους, τις λάθος σημασίες της κάθε μιας, τα επινίκεια επαγγελματικά γλέντια και κατά πόσο είναι νικηφόρα τελικά η πορεία και για ποιόν, τα σημαντικά και τ' ασήμαντα...

Ο Κώστας λοιπόν, αγόρασε προχθές ένα τρενάκι πολύχρωμο. Δώρο στον πρωτότοκο γιό που τον μπαμπά τον ξέρει ως "ο ψηλός μουστακαλής που όλο λείπει σε ταξίδι για δουλειές". Παρούσα εγώ, κατά την εισβολή του "κουβαλητή" με το τεράστιο πακέτο ανά χείρας! Τα παιδικά μάτια, ξελογιασμένα από τη γυαλάδα της τηλεόρασης και τον φανταχτερό παιχνιδόκοσμο, όρμησαν με λαχτάρα πάνω στον μπαμπά-βουνό τραβώντας μανίκια, μάγουλα, χαρτιά, ψαχουλεύοντας για δώρα στων ματιών το βάθος, εκεί που τσιτσιδώνεται η όποια αρματωσιά.

Μέσα στο γέλιο ο μπαμπάς, πέταξε παλτό, σακκάκι και γραβάτα κι έπειτα μου'ριξε ματιά ορφανή και υγρή. Σαν πρωτόβγαλτος θεατρίνος που κρυμμένος στις κουίντες ακυρώνει το ρόλο του και μοιάζει ν' αλαφιάζει, μου γύρεψε βλέμμα εμπιστοσύνης.
Δεν περίμενε απόκριση, μ' έναν σάλτο βρέθηκε στη μοκέτα. Ο ενθουσιασμός του και το κέφι του, ποτάμι ορμητικό, τον πήρανε μεμιάς και τον ταξίδεψαν. Χέρια δεμένα, μπαμπάς και γιός, παίζανε με το τρενάκι, χαχανίζανε, σκαρώνανε ήχους περίεργους, όχι σφύριγμα το ένα, όχι οι ράγες το άλλο, όχι τα βαγόνια που εκτροχιάζονται, να κι ο μηχανοδηγός εν εξάλλω καταστάσει!
Ο Κώστας, ακουγόταν ασυνήθιστα βυθισμένος στο πάθος και στο λαίμαργο ρούφηγμα της ζωής.


Μετά από κανένα δίωρο, καταλάγιασε το γιορτάσι των δύο, πήγε για νανάκια κι ο κανακάρης, ε, έφτασε και στον προορισμό της η αμαξοστοιχία.

"Ζω χρόνια με την ντροπή για ο,τιδήποτε μου αρέσει - ο παρατηρητής της ματσοσύνης μέσα μου πάντα με συγκρατεί", τα λόγια του ίδιου, αφού το λαχάνιασμα ήρθε κι έγινε γλυκασμός ψυχής. "Βγαίνοντας απ' το σακκάκι μου, σχεδόν τα χάνω. Ό,τι είναι έξω απ' το ρόλο μου, ακόμα κι αν έχει να κάνει με τα παιδιά μου, το βιώνω ξένο. Πως λέγαμε μικροί τους "καρεκλάδες", θυμάσαι; Ίδια αίσθηση. Φλούφλικο πράγμα. Έχουμε κι αυτά εμείς οι "άντρηδες", πρέπει οι ευαισθησίες μας να κρύβονται επιμελώς, να είναι μέσα μας πλισέ"...

Ταξίδι στην άγουρη νιότη και στο γυμνό συναίσθημα, θα πω. Με αφορμή ένα παιδί, ένα φωτεινό μετέωρο, που καταυγάζει τη ζωή όσων το έχουν κοντά τους.
Και αλήθειες για συναισθήματα, φωτεινές. Όσο και καυτές. Τόσο, που δύσκολα να τις κρατάει κανείς στα χέρια του.

Κι εν τω μεταξύ, έρχεται νέα χρονιά! Κι ο χρόνος (ξανα)μετράει.
Η απαρχή του είναι εδώ. (=καρδιά δείχνω, ντε!) Κι όμως, εδώ είναι.
Το Α της Αρχής και της Αγάπης.

Αχ, πως ανεμίζει η αγάπη τη φούστα την πλισέ!
Μα τι ωραία που΄ναι η ζωή...




[ Δώρα Πρωτοχρονιάτικα, χιλιοχρωματισμένα με νότες ταξιδιάρικες και πολυζεσταμένα απ' της αγάπης τον αχνό:

Trans Siberian Orchestra - A Mad Russian's Christmas &
Christmas Eve-Sarajevo
Sufjan Stevens - That Was The Worst Christmas Ever
Scrooge (Soundtrack) - The Beautiful Day
Jethro Tull - Another Christmas Song
Il Divo - Ave Marie
Enya - The Magic Of The Night
Disney's Family - The Santa Wrap
Ella Fitzgerald - What Are You Doing New Year's Eve
Joe Sample - I Saw Mommy Kissing Santa Claus
Barenaked Ladies - Hanukkah Oh Hanukkah
Blackmore's Night - Lord Of The Dance/Simple Gifts ]
 
Σάλπαρε η Καπετάνισσα ώρα 17:15 | Πανάκι ξεδιπλωμένο | 32 ανάσες
Τρίτη, Δεκεμβρίου 26, 2006
Και η γνήσια χαρά, λευτερώνεται
απ' τις βιτρίνες των ονείρων μας...


«Γιατί δεν μου είπες ότι είναι Χριστούγεννα; Πού να βρω χρόνο να κοιτάξω το ημερολόγιό μου;» γκρινιάζει ο οργισμένος Σκρούτζ στον έτερο πάπιο, τον ανηψιό του Ντόναλντ, ο οποίος στέκεται αμήχανα, με μάτια γουρλωμένα, ακροβατώντας μεταξύ απορίας και θυμού.
Σκαριφήματα εμπνευσμένα απ΄το πενάκι κορυφαίων δημιουργών κόμικς που μας ανάθρεψαν κι είχαν πάντα τρόπο να μας θυμίζουν πως και που, πάλλεται η γιορτή.


Να'χα κρεμαστό τούτη την κουβέντα θα'θελα, να την καθρεφτίζω στις θεαματικές, απαστράπτουσες βιτρίνες. Να τη φορώ στα μάτια, καρφί ατσάλινο, να κοιτάζονται οι φανταχτερές κοπελλούδες με τις πούλιες και τους αυγερινούς στην ποδιά και την εκθαμβωτική (καθρέφτη-καθρεφτάκι μου) θωριά, κραυγαλέα της βουβαμάρας τους.

Να την περιφέρω στην πόλη που στο όνομα μιας "έξωθεν καλής μαρτυρίας" κανακεύει αναιδέστατα την καταναλωτική κοκεταρία της, γυρίζοντας πλάτη στην ορφάνια, τη σκληράδα της μοναξιάς της, την αγριμάδα των λυσσαλέων ανέμων της.

Να την σπρώξω με το ζόρι να συρθεί στις ιδρωμένες πίστες, να την ταΐσω με μαδημένα γαρύφαλλα και βαλαντωμένους αναποφάσιστους ήχους -νότα, ή ουρλιαχτό;- που'χουν την ίδια τύχη. Να της δώσω καρέκλα να καθίσει σε πράσινο τραπέζι, ν' αποθεώσει τη θεά της τύχης κι έπειτα να την καταβαραθρώσει για την στραβομάρα της.

Να παραμερίσω για να φωλιάσει μέσα σε σπιτικά ώστε ν' αντικρίσει παντόφλες που σέρνονται στο διάδρομο, τείχη που υψώνονται για να κόψουνε γέφυρες χρονιάρες μέρες, αιχμηρά λόγια που ματώνουνε, απόκριση σε επιδέξιες μαχαιριές. Ν' αφουγκραστεί μίζερες κουβέντες για την χρυσοκέντητη περιβολή που'χε τιμή τσουχτερή, για τους κουραμπιέδες που έκατσαν στο ψήσιμο, για τα περίσσια και τα ίσια, για τα θρύψαλλα της αλήθειας μας και τα ψήγματα της φιλοτιμίας μας.

Κι έπειτα, να της μιλήσω ψιθυριστά -όπως μιλάει πάντα η αγάπη- για κείνο το πιτσιρίκι που τουρτούριζε στα φανάρια ξημερώματα και για το άλλο, το βαφτιστήρι, που άνοιξε βιαστικά κι αδιάφορα το πολύχρωμο πληθωρικό πακέτο του. Να της διηγηθώ το "κοριτσάκι με τα σπίρτα" και να σταθώ για ώρα μπροστά στον μόνο που μόνος του σπαράζει και μόνος βουβά συλλαβίζει "βοήθεια"...

Μια γεροντοκόρη με σπίρτα στη χούφτα της η ανθρωπότητα, ζητιανεύει μια σπίθα χριστουγεννιάτικης ζεστασιάς.
Μα καμώνεται τ' αντίθετο. Αντιδρά ως άλλος Σκρούτζ πως δε γιορτάζει με το ζόρι. Ναι, ε; Ο πιο καλά κρυμμένος είναι αυτός που φανερώνεται οικειοθελώς. Κι έχει το δάχτυλο για κάλυψη, γι ασπίδα.
Η "έξωθεν καλή μαρτυρία" αφορμή για πολλούς. Τους περισσότερους μάλλον.
Αχ, η αγάπη της ψυχής να σπάσει τις βιτρίνες και ν' απελευθερωθεί μια στιγμή μόνο!

Δεν είναι φορεμένη η χαρά, εστία είναι. Μαγκάλι, ν' απλώσεις τα χέρια να ζεσταθείς καθισμένος κατάχαμα. Να νιώσεις μέσα και γύρω σου να σαλπίζει η γιορτή. Και σαν αγκάλη π' όλη τη γη χωρά να'ρθει ο γερο-Ντίκενς, να ξαναγράψει πάνω στον καιρό τη Χριστουγεννιάτικη Ιστορία του.




[Loreena McKennitt - Dickens' Dublin (The Palace)

Καρόλου Ντίκενς, «Χριστουγεννιάτικη ιστορία» (σε πολυτονικό)

Το κολάζ, δική μου απόπειρα, με παλιές ζωγραφιές
από το Λογοτεχνικό & Ιστορικό Αρχείο
]
 
Σάλπαρε η Καπετάνισσα ώρα 20:48 | Πανάκι ξεδιπλωμένο | 20 ανάσες
Σάββατο, Δεκεμβρίου 23, 2006
Άι-Βασίλης, ο Μέτοικος
Ήρθε στο νου, έτσι αναπάντεχα -πλημμυρίδα από περίτεχνα καμωμένες ζωγραφιές όπως λιθογραφίες αγιασμένες από χέρια παιδικά-, καθώς στεκόμουν μπροστά στις προθήκες αγαπημένου βιβλιοπωλείου. Ανήμπορη να επιλέξω κι ολότελα παραδομένη στη μέθη των μύθων.

Αερικό γίνεται ο χρόνος σαν ξεφυλλίζω βιβλία παιδικά, τα οποία αλήθεια, είναι ζηλευτά στα χρώματα, στα λόγια, στις φιγούρες που αναδύονται μέσα από τις σελίδες και πιάνουνε χορό τριγύρω και "φέρνουνε τους μάγους στην καθημερινή σκηνή" με μιά αναπνοή! Μα τι αξολάτρευτα που είναι και πόσο εμπνευσμένοι οι δημιουργοί τους!

Ιστορίες γεμάτες εξαίσιους συμβολισμούς που'χουν θαρρείς για στόχο πιότερο τους μεγάλους, παρά τη φαντασία των πιτσιρικάδων, την οποία σαφώς και τέρπουν, ποιός αμφιβάλλει...
Παραμύθια-έργα τέχνης συχνά, που ανοίγουν διάπλατα τις πύλες αλλιώτικων, ολόφωτων κόσμων κι εσύ ο ενήλικος νιώθεις πως βουτάς δάχτυλα και ψυχή σε τόνους ζάχαρη άχνη και σε τεράστια δοχεία με μελοκάρυδο... Ναι, έτσι ακριβώς!

Τώρα, αλλού κίνησα και αλλού μ' έβγαλε ο δρόμος... Λοξοδρόμησα έτσι που αφέθηκα στις λέξεις και στ' αναγνώσματα. Λοιπόν, η θύμηση σας έλεγα, βγήκε πάλι μπροστά σα νοσταλγία που κραδαίνει τη γιρλάντα της χαράς. Φυλλομετρώντας παιδικά εικονογραφημένα ένα ολόκληρο απόγευμα, ακινητοποιημένη μέσα στο παραμυθοπανηγύρι, γύρεψα ένα βιβλίο που με είχε ταξιδέψει πολλά χρόνια πριν. Θυμάμαι τις απίστευτες ζωγραφιές του που με μάγεψαν, ήταν του Errol Le Cain, ενός μοναδικού καλλιτέχνη που δε ζεί πιά.

(Εικονογράφηση του Errol Le Cain για το Μαγεμένο Αυλό)

Σε έμμετρο λόγο το παραμύθι, λυπάμαι που το όνομα του συγγραφέα ξεγλιστράει από τη μνήμη, περιγράφει το τελευταίο ταξίδι του Άι-Βασίλη...

Απελπισμένος και βαθιά πικραμένος που ο κόσμος του φαντάζει ξένος πιά, αποφασίζει να μη ξαναμοιράσει τα δώρα του. Τα ξωτικά και τα νεραϊδόπουλα, οι τάρανδοι και το γερασμένο του έλκηθρο, όνειρο κι ανάγνωσμα, εικόνα και ελπίδα, βρίσκονται εν αχρηστία. Ο πλανήτης των ανθρώπων δεν τον χωράει. Οι απαιτήσεις τους σε τεχνολογικά επιτεύγματα και σύγχρονες κατασκευές, δε γίνεται να ικανοποηθούν. Τα καημένα τα ξωτικά νυχθημερόν κοπιάζουν στο δωροεργοστάσιο σμιλεύοντας το μέταλλο και σφυροκοπώντας το ξύλο. Από καλώδια και ασύρματα δίκτυα και τσιπάκια και "άλλης φύσεως υλικά", δε χαμπαριάζουν. Μα δεν εκπαιδεύτηκαν με στόχο κάποια... ηλεκτρονικά κατορθώματα αλλά για να σκορπούν τη μαγεία του παραμυθιού!

Έπειτα, το πανανθρώπινο ταξίδι του σκοντάφτει στα σημεία! Νέες ταυτότητες από δω, καινούργια βίζα από κει, έγγραφα, πιστοποιήσεις, διαβατήρια, έξτρα φόροι για τα δώρα, έλεγχος εξονυχιστικός από ειδικευμένα σώματα ασφάλειας... Άσε τα πάρε-δώσε με τους πύργους ελέγχου! Ακριβής τοποθέτηση του έλκηθρου, περιγραφή του συγκεκριμένου σημείου, των άστρων και των ουράνιων σωμάτων, χαρογραφημένη εναέρια διαδρομή για την αποφυγή αεροπλάνων και... και...

Οι άνθρωποι δε κάτω, στο έδαφος, καχύποπτοι και επιθετικοί. Αλλού τον κυνηγούν κακοποιοί, με μαχαίρι τον απειλούν "τη ζωή σου ή τον σάκκο σου", σε κάποια μέρη μάλιστα δεν πιστεύουν ότι είναι ο πραγματικός και τον φυλακίζουν ως απατεώνα! Άσε τη κόκκινη στολή που κινεί του κόσμου τις υποψίες!

Η τροφή των ταράνδων ως ιδιαίτερα επικίνδυνη κατάσχεται, τα ξωτικά χαρακτηρίζονται βαποράκια (!), κλήση για παράνομο παρκάρισμα τον περιμένει στο έλκηθρο, ντροπή και μοναξιά τον ακολουθεί.

Κι έτσι, αγαπητά μου παιδιά (που θα'λεγε κι η θεία Λένα), παίρνει την απόφαση να κάτσει στα... σύννεφά του και ν' αντικρίζει τον κόσμο της ορθής λογικής και των μετρημένων συναισθημάτων, από μακριά.

Λυπηρό; Άλλο τόσο συμβολικό. Για τις ζωές μας. Και τις καρδιές μας.
Άλλο δεν έχω, παρά να τις ζεστάνω με ευχές:

Χρόνια λαμπερά σαν το χριστουγεννιάτικο αστέρι.
Φλογερά, όπως η κατακόκκινη ερμίνα του μυθικού παππούλη.

Να ‘χουν μια στάλα μέλι για γλύκα και απαλό αεράκι να τα ταξιδεύει.
Να ‘χουν το βλέμμα και το χαμόγελο ενός παιδιού…
Που θέλει κι αντέχει και κρατάει μέσα του την πίστη όπως το λευκό πανάκι της ειρήνης. Όπως η φιγούρα της καλής Νεράϊδας και οι λατρεμένες μορφές των ηρώων μιας αγέραστης παιδικότητας, από τα κλασικά εικονογραφημένα!






( Ο Άι-Βασίλης πάλι θα'ρθεί, από την Παιδική Χορωδία του Σπύρου Λάμπρου )
 
Σάλπαρε η Καπετάνισσα ώρα 19:25 | Πανάκι ξεδιπλωμένο | 48 ανάσες
Πέμπτη, Δεκεμβρίου 21, 2006
Ζήτω η ανταρσία των παραμυθιών!


Ν' αρχίσει λέω, δειλά έστω, ως μειδίαμα εντάξει, ν' απλώνεται θριαμβευτικά το λαμπερό χαμόγελο της γιορτής. Όχι εκείνο που ο καθρέφτης μαρτυρά πως μας ομορφαίνει.
Ούτε αυτό που οι τριγύρω αναζητούν για να'χουν την επιθυμητή εικόνα...
Το άλλο, το από μέσα χαμόγελο ν'ανοιχτεί στη ζωή και στους ανθρώπους.
Το βαθύ. Το αδιαπραγμάτευτο, το ανόθευτο, το ακατέργαστο.
Η πηγή της ίδιας της αναπνοής μας!

Ε, ας βάλουμε κι ένα χεράκι, ακουμπώντας σε ονειρική κουπαστή:
Σε παραμυθένιες, ζωηρές φιγούρες, που'ναι ό,τι πρέπει για ν'αποφεύγει κανείς τις ανθρώπινες κακοτοπιές!




Μέσα στη ψυχή σας, τα χρώματα του ουράνιου τόξου:
να διαφεντέψουν αυτό που οι πολλοί, ονομάζουν φως!
 
Σάλπαρε η Καπετάνισσα ώρα 16:35 | Πανάκι ξεδιπλωμένο | 22 ανάσες
Τρίτη, Δεκεμβρίου 19, 2006
Ξενιτιά

Όλη μου η γη εκείνη η γωνιά στο κάτω χείλος σου
Η μόνη μου γραφή
Ο λόγος μου ο πρώτιστος
Ακράγγιγμα και χάδι
Κοίλο να πέσω, να βουτήξω
Ίδιο δελφίνι η ψυχή
Ίσια στο ρεύμα
Να πάλλεται, να τρέμει στο βυθό σου
Φιλί στα νερά μου
Σύγκορμο

Ω, μυαλοπλάνα στεριά
Να'ναι το σπίτι μου, στο χάρτη σου που είδα;
Η εξορία μου μια ανάσα μακριά σου
Δες
Ό,τι ορίζω για ξηρά, για ξενιτιά και πέλαγο
Μες σ' ένα βλέμμα
Πιο μεγάλο κι απ' το γέλιο σου
Πιο πολύ κι απ' τ' όνειρο

Κι αν με καταπιεί;

Στεριά που ριζώνω
Αγέρας, φέγγος
Ορίζοντας
Βορριάς μαζί και Νότος

Πως ξενιτεύτηκα σε στέρφα γη!
Πως αντάριασε στα ξάφνου ο καιρός μου!

Μου λείπεις
Σαν πατρίδα.


( John Waite - Missing You )
 
Σάλπαρε η Καπετάνισσα ώρα 22:32 | Πανάκι ξεδιπλωμένο | 23 ανάσες
Δευτέρα, Δεκεμβρίου 18, 2006
Πρόσεχε, ε;
Κυκλοφορούν άνθρωποι εκεί έξω...

Άντε να΄χε συμπληρώσει μια δεκαετία ζωής η σκανδαλιάρα πιτσιρίκα που, τραβώντας με ορμητικά, με πείσμα, ανακοίνωσε με φωνή κοφτερή πως θα μου διηγηθεί μια ιστορία.
Αδιάφορη μπροστά στο αινιγματικό μου χαμόγελο, άνοιξε ένα τετράδιο με σκληρό εξώφυλλο και αφού άγγιξε με το δάχτυλο κάτι φωσφορούχες αυτοκόλλητες καρδούλες, κρυφοκαμαρώνοντας για τα αποκτήματα της συλλογής της, πήρε ανάσα βαθιά και ξεκίνησε να διαβάζει:

H Τίνκι Μπελ είναι τόσο μικρή.
Αν δεν προσέξεις που πατάς, μπορεί να την συνθλίψεις με τη μπότα σου.
Τα Χριστούγεννα η Τίνκι Μπελ προσέχει και δεν κατεβαίνει στα πεζοδρόμια. Οι άνθρωποι, ειδικά αυτή την εποχή περπατάνε πολύ απρόσεκτα.

Την παραμονή των Χριστουγέννων, κάμποσα χρόνια πριν, καθισμένη σε μια κολόνα της ΔΕΗ παρατηρούσε τα παιδιά που λέγανε τα κάλαντα. Έμπαιναν στα μαγαζιά, στα σπίτια και στα καφενεία, σταματούσαν ανθρώπους στο δρόμο και όλοι κάτι τους έδιναν.

Παρατήρησε τότε ένα παιδί με κουρελιασμένα ρούχα που δεν έλεγε τα κάλαντα, όμως ακολουθούσε, σε απόσταση ασφάλειας, τα άλλα παιδιά με τα τρίγωνα και τις φυσαρμόνικες.

Την ώρα που σκοτείνιαζε, εκείνο το παιδί έβγαλε από την τσέπη του ένα σουγιά και με μεγάλη ταχύτητα πλησίασε μια παρέα μικρών που μόλις είχαν τελειώσει τα κάλαντα και πήγαιναν σπίτι. Με την απειλή του σουγιά, τους βούτηξε όλο το χαρτζιλίκι που είχαν μαζέψει. Τα άφησε να κλαίνε κι έστριψε στη γωνιά.

Η Τίνκι αποφάσισε τότε να επέμβει και κατέβηκε από την κολόνα.


-Γιατί το έκανες αυτό; ρώτησε τον νεαρό κλέφτη.
Στην αρχή εκείνος σάστισε και προσπάθησε να τη διώξει. Η Τίνκι δεν έφευγε.
-Άσε με ήσυχο, της είπε.
-Γιατί το έκανες αυτό;
-Γιατί όχι;
-Μπορείς να κλέψεις πολλά πράγματα. Τα χρήματα από τα κάλαντα όμως όχι. Γιατί είναι μαγικά.
-Καμιά μαγεία δεν έχουν, λεφτά είναι.
-Και όμως. Είναι λεφτά που χαρίζονται με καλή καρδιά.
-Δεν υπάρχει τέτοιο πράγμα.
-Και όμως υπάρχει. Ειδικά τα Χριστούγεννα.
-Δεν τα χωνεύω τα Χριστούγεννα.
-Γιατί όχι;
-Γιατί είναι ψεύτικα. Όλοι παριστάνουν τους χαρούμενους και τους καλούς ανθρώπους. Όλοι ξέρουν ότι Αηβασίληδες δεν υπάρχουν κι ότι σε λίγες μέρες θα επανέλθουν όλα στους κανονικούς ρυθμούς και στους καθημερινούς φόνους. Ένα παραμύθι είναι, μια ομαδική αυταπάτη συλλογικής καλοσύνης. Κι εγώ δεν έχω να φάω.
-Πριν τα Χριστούγεννα είχες; Θα έχεις μετά;
-Όχι...
-Πριν τα Χριστούγεννα οι άνθρωποι δεν ήταν αδιάφοροι και δεν θα είναι και μετά;
-Ναι...
-Γιατί δεν κάνεις ένα διάλειμμα λοιπόν;
-Δεν το μπορώ, είναι πολύ ψεύτικο. Με πιάνει μελαγχολία. Εξάλλου δεν πιστεύω στον θεό. Δεν έχω να φάω.
-Αν χρειάζεται να πιστέψεις σε κάτι, δεν είναι ο θεός αλλά η αυταπάτη. Η επίγνωση του ψέματος και ταυτόχρονα η αποδοχή του. Θα έχεις νιώσει πως παρότι ο κόσμος μεγαλώνει, η συλλογικότητα μικραίνει. Αλλά μόνο με τη συλλογική ψευδαίσθηση μπορώ εγώ να υπάρξω.
-Και τι με νοιάζει;
-Σε νοιάζει γιατί εφόσον υπάρχω εγώ, εσύ μπορείς να πετάξεις! Να, κοίτα...

Και τον ακούμπησε με το ραβδί. Ο νεαρός άρχισε να αιωρείται. Στην αρχή δεν πίστευε αυτό που του συνέβαινε. Μετά πήρε φόρα κι άρχισε να πετάει πάνω από τις σκεπές και τις κεραίες. Πέταξε ώρα πολύ, ώσπου κουράστηκε και προσγειώθηκε. Τώρα χαμογελούσε. Η Τίνκι Μπελ ήταν ακόμα δίπλα του.

-Σου άρεσε;
-Πολύ...
-Το πιστεύεις ότι συνέβη;
-Όχι... Κι όμως το έζησα...
-Ακριβώς νεαρέ μου, ακριβώς. Τα κλεμμένα κάλαντα μπορούν να σε ταΐσουν για μέρα, αλλά δεν μπορούν να σε κάνουν να πετάξεις. Δεν μπορείς να νοιώσεις τη μαγεία αν δεν παραδοθείς σε αυτήν, έστω κι αν ξέρεις πως δεν είναι πραγματική. Αλλά πες μου, εξ ορισμού η μαγεία δεν είναι μη πραγματική;
-Τι θες από μένα;
-Να πεις τα κάλαντα αντί να τα κλέψεις.
-Μα πως; Αφού πέρασε πια η ώρα.
-Αυτό, άστο στη μαγεία, είπε η Τίνκι Μπελ και του πέταξε αστερόσκονη.

Ο μικρός ξύπνησε. Ήταν πρωί παραμονής. Με τα ελάχιστα χρήματα που είχε για το φαγητό, αγόρασε ένα τρίγωνο. Είπε τα κάλαντα. Τα χρήματα που έβγαλε ήταν πολλά περισσότερα. Στο δρόμο, είδε τα παιδιά από τα οποία είχε ονειρευτεί ότι έκλεψε τα κάλαντα. Τους πλησίασε και ζήτησε να κάνουν παρέα για την επόμενη ώρα. Τα δυο αγόρια δεν ήθελαν, αλλά το κορίτσι τους ζήτησε να τον αφήσουν.

Το βράδυ, μοιράστηκαν τα υπόλοιπα χρήματα δια τέσσερα. Είχε αρκετά για να φάει μερικές μέρες εκείνος και η μητέρα του. Η πιτσιρίκα τον αποχαιρέτησε με ένα φιλί στην άκρη των χειλιών. Η Τίνκι χαμογελούσε από την κολόνα της ΔΕΗ.

Επέστρεψε στην παράγκα με την καρδιά του να φτερουγίζει.
-Είπες κι εσύ τα κάλαντα ρε; Πως την άντεξες τέτοια σαχλαμάρα; τον ρώτησε ένα άλλο ζητιανάκι στη γειτονιά.

-Μερικές σαχλαμάρες σε κάνουν να πετάς αν τους παραδοθείς. Έλα να φάμε μαζί απόψε, απάντησε.


Με το τέλος της ιστορίας και μπροστά στα δικά μου, ενθουσιώδη σχόλια, η μικρή έκανε και την ανακοίνωση.
"Ξέρεις, κάπου τη διάβασα και την έγραψα αμέσως σ' αυτό εδώ το τετράδιο. Είναι τα μυστικά μου εδώ. Ο μαγικός μου κήπος, έτσι το λέω. Την μαθαίνω απέξω, ε; Πιστεύω μέχρι την Παραμονή των Χριστουγέννων θα τα έχω καταφέρει. Θα την διηγούμαι αντί για κάλαντα. Δε νομίζεις ότι μαλακώνει λίγο τους ανθρώπους; Κι όταν είμαι μόνη μου τη μουρμουρίζω. Στο δρόμο, ή στο σπίτι. Και φεύγει η μοναξιά! Και δε φοβάμαι τους ανθρώπους εκεί έξω, που λέει όλη την ώρα η μαμά. Και να σου πω γιατί;
Γιατί είναι μαγική! Κι εγώ, έχω παραδοθεί στη μαγεία του κόσμου"!
 
Σάλπαρε η Καπετάνισσα ώρα 09:26 | Πανάκι ξεδιπλωμένο | 23 ανάσες
Σάββατο, Δεκεμβρίου 16, 2006
Δούναι και λαβείν

Το συλλογιζόμουν έντονα τώρα που άνθρωποι και πράγματα φοράνε τα καλά τους και δίδονται έτσι ατσιγγούνευτα, στο χρυσαφί των καιρών. Αλισβερίσι τυποποιημένο, κάποιες φορές κι ανέλπιστα αυθεντικό. Πάρε-δώσε.
Ακόμη τραμπαλίζει μέσα μου η σκέψη και δε με βλέπω να'χω γλυτωμό. Η προτροπή χιλιοβιωμένη κι από αλλοτινές γιορτάδες. Χύμα ψυχή στον άνθρωπο, να δώσει γλυκασιά, να τείνει χέρι, να γίνει κουπαστή κι άπλωμα στο στέρνο, να νοιαστεί για τον μόνο και τον λίγο, να δέσει κόμπο τις ενοχές με κορδέλα γυαλιστερή, σε συσκευασία δώρου.

Ήρθε και η εξέλιξη της σχέσης δυό φίλων, από κείνους που "εδώ και χρόνια, ζευγάρια γίναν, φτιάξαν σπίτια" και με αποτέλειωσε.
Για το "δίνω" ο λόγος. Και για το "έδωσα". Όπως και να'χει, για την προσφορά. Το δόσιμο και το δέσιμο(;). Προτροπή των καιρών, επιβολή κάποιες φορές, τεχνική απενοχοποίησης συχνά, μανιέρα δήθεν ανιδιοτέλειας, κυρίως. Καθαρτήρια διαδικασία. Όχι σπάνια με το πρόσχημα της θυσίας. Μαθημένο το'χουμε: «μακάριόν εστι μάλλον δινόναι ή λαμβάνειν».
Άνοιξε καρδιά, αγκαλιά, μυαλό, τσέπη ακόμα και δώσε. Και μετά ζήτα. Ή όχι;

Σίγουρα πάντως, λογάριασε. Βγάλε τεφτέρι και κάνε πράξεις απολογισμού. Εκτιμήσεις. Το "πολύ" και το "λίγο". Ποιός θα μπορούσε τάχα να μετρήσει; Να ζυγιάσει, να εκτιμήσει. Και πως;
Στο ζευγάρι των φίλων, αμφότερα τα μέλη ισχυρίζονται ότι έδωσαν "τα πάντα", ενώ κατά την αντίληψη του συντρόφου τους, δεν έχουν δώσει ούτε τα θεμελιώδη.
Πως λοιπόν να αξιολογήσεις το αλισβερίσι; Με τι μέτρα και σταθμά;

Ποιός είναι κείνος που γνωρίζει την ποσοτική διάσταση των συναισθημάτων.
Τη βαρύτητά τους, την αξιολόγησή τους σε "λίγο" και "πολύ". Όποιος γνωρίζει την... ανάλογη εξίσωση, ή, την όποια μαθηματική πράξη, ας τολμήσει να την φανερώσει γιατί -αν μη τι άλλο-, θα κάνει την επανάσταση στις ανθρωπιστικές επιστήμες...

Έτσι έχουμε συνηθίσει να αξιολογούμε αγαθά, έτσι θαρρούμε πως ζυγίζονται κι οι άνθρωποι κι οι πράξεις τους. Κοινωνίες της αφθονίας και της λογιστικής.
Των pin και των αμοιβαίων κεφαλαίων.
Μα πως αλλιώς να λογαριάσουμε κι εμείς την πραγματικότητά μας...

Λοιπόν, το "λίγο" και το "πολύ" το δικό μου, μπορεί να διαφέρει από το δικό σου, αφού άλλες αξίες, εμπειρίες και προσδοκίες έχει ο καθείς. Το "όλα" μου, μπορεί να 'ναι για σένα "πολύ", ή και καθόλου. Άρα, δεν υπάρχει εδώ κοινός τρόπος υπολογισμού του... δείκτη προσφοράς και ζήτησης!

Οι πάντες, ισχυρίζονται πως δίνουν τα πάντα. Κι αφού έτσι νιώθουν, έτσι θα 'ναι. Μόνο που οι σχέσεις, έχουν αλλιώτικο βάρος. Δεν μπαίνουνε σε τέτοιου είδους ζύγια.
Στη δύναμη, στην αντοχή της ψυχής του μετριέται ο καθείς, τα 'χουμε ξαναπεί. Σ' αυτό που λέμε παλικαροσύνη, γενναιοδωρία καρδιάς.

Ό,τι δίνουμε κι ό,τι παίρνουμε, καλώς καμωμένα. Δεν είναι το "πολύ" που τ΄αξιολογεί. Έτσι κι αλλιώς, ο άλλος, πάντα αλλιώς το εισπράττει. Μακριά οι κριτές με τα ζύγια, τα βαρίδια και τα υποδεκάμετρα. Κοντά οι καρδιές που απλά και απίστευτα μαγικά, ξέρουν.
Την στιγμή, την αξία της, τη χαρά που 'χει το ανθρώπινο αλισβερίσι.

Οι υπολογισμοί, τα κρατούμενα και τα χρεωστούμενα υπάρχουν θαρρείς για να ψευτονανουρίζουν την ιδέα που έχουμε, ότι τάχα μου μονάχα εμείς δίνουμε. Η μεγαλοσύνη της ψυχής, η δοτικότητα, είναι δικό μας χάρισμα.
Όλοι μόνο δίνουν. Όλοι προσφέρουν, όλοι νιώθουν ότι παραπανίσια ξοδεύονται στην ανθρώπινη τράπεζα συναλλαγών. Κι από την άλλη, ουδείς λαμβάνει. Κανείς δεν νιώθει ότι καρποφορεί, ότι ξημερώνει άλλος κόσμος εντός του, φτιαγμένος απ' ατόφια υλικά.


Σκότος πολιορκεί την σκέψη μου και στήνω βουνά τις αντιστάσεις: αν είναι όλοι πιά του δούναι, ποιόν θα φέρουμε να λάβει;
Να δεις που τελικά είναι πιο εύκολο το δούναι από το λαβείν.
Η ευθύνη του "λαμβάνω", άρα διαχειρίζομαι, αξιοποιώ ό,τι μου χαρίστηκε, εξυψώνω το δώρο τ' ακριβό, κοινωνώ τη μοναδικότητά του κι εξελίσσομαι, είναι μεγάλη. Κι ανεπιθύμητη.

"Ζητείται παραλήπτης", η ταμπέλα του άμεσου μέλλοντος.
Γερός, αποφασισμένος. Ικανός ν' αντέξει αυτό το "όλα" του αποστολέα.

Να μην του παραπέσει βαρύ.




( Δεν ξέρω αν ήταν στον ύπνο μου ή στο ξύπνιο μου -που τελευταία όλο τα μπερδεύω-, όμως, γαργάλισε τ΄αυτί μου νανούρισμα τρυφερό.
Χάρισμά σας, μια και δε ζητήσατε τίποτα.
Αρετή Κατιμέ, το χαρισματικό πλάσμα με τη θεία φωνή.

Η φωτογραφία είναι της Virgil Mlesnita )
 
Σάλπαρε η Καπετάνισσα ώρα 00:35 | Πανάκι ξεδιπλωμένο | 37 ανάσες
Τετάρτη, Δεκεμβρίου 13, 2006
Ισοκράτημα
- Λοιπόν, ψυχή μου, τι κάθεσαι έτσι μαγκωμένη, σιωπηλή
και σπαρταράς μες στην κρυψώνα σου; Όρμα στους καιρούς.
Ό,τι φοβόμαστε, το'χουμε ήδη ζήσει.
- Ναι, ε; Στον Έρωτα, το έδαφος είναι πάντα παρθένο, το ξέρεις.
- Ακόμα καλύτερα τότε. Μηδενισμένο το κοντέρ.
Ψηλαφώντας πάμε στη ζωή κι ο θρίαμβος της ανθοφορίας, εντός μας.
- Δε θα'σαι καλά. Είναι και τιμωρός ο Έρωτας σαν αψηφήσεις τη δύναμή του. Το ζύγι πρέπει να'χεις παραμάσχαλα.
Και στα πορτοπαράθυρα της καρδιάς να μπαίνει και λουκέτο.
- Ακόμα κι έτσι να'ναι. Ξέρεις και τον τρόπο μήπως;
Γάζωσες χαλινάρια να κουμαντάρεις συναισθήματα;
- Δεν είπα πως είναι απλό. Δε βλέπεις την σάρκα μου πως χάσκει;
Πως τρέχει καταγής το παρελθόν;
- Ο χρόνος πορεύεται καλπάζοντας, άσε τον μοναχό του.
Τους φόβους σου κουμάνταρε, να στάξει η όστρια στην αναπνιά σου.
- Για δες λίγο καλύτερα. Κουβάρι που ξετυλίγεται ο χρόνος.
Το ίδιο σχοινί απλώνεται και μαζεύεται, ξανά και ξανά.
- Σε γελάσανε ψυχή. Προεξοφλημένα αποτελέσματα μυρίζομαι πως θες. Και εγγυήσεις. Ειδάλλως, λουφαγμένη θα σταθείς παρατηρώντας τους καιρούς,
με διψασμένα μάτια.

- Είναι ασφαλές.
- Μωρέ! Έπαρση καμαρωτή στην στράτα!
Μήπως να αναβάλλουμε τη ζωή γι αργότερα;
- Πάψε. Χύνομαι στις πλάκες των πεζοδρομίων, δες.
- Εκεί είναι που παραμονεύει η ζωή, για μια αργόσχολη βεγγέρα...
Εκεί κι ο Έρωτας καιροφυλαχτεί.
- Πάω να φορέσω τη μαύρη μου εσάρπα. Έπιασε κρύο σήμερα. Χειμωνιάζει.
- Μου μοιάζεις για ψυχή που κουρνιάζει σε λογής-λογής βολέματα κι ύστερα γκρινιάζει σέρνοντας τα θαμπά, ανέραστα όνειρά της.
- Ανθρώπινη είμαι. Μη με παραφορτώνεις.
- Φτερά σου δίνω. Να ξεγυμνωθείς.
Να'ρθει η ζέστα των ανθρώπων να σε τυλίξει.

- Οι άνθρωποι δεν αγαπάνε πιά. Σε γυάλινο κόσμο ζεις;
- Αγαπάνε, ψυχή μου. Αγαπάνε.
Μόνο που σκεπάζονται τους φόβους τους
και κλαίνε σιωπηλά.

Έλα. Ένα ακόμα βήμα. Να μπουσουλήσεις ξανά.
Να δεις πως ξαναχτίζεται ο κόσμος.

- Υπάρχει ελπίδα, ε;
- Η ελπίδα είσαι συ. Δεν το ΄ξερες ως τώρα; Έλα, μέσα μου μπες.
Πάρε βελόνα και δέσε τις ραφές που ενώνουν τα μέλη του κορμιού μου.
Έχε ψυχή, ψυχή μου...





( Η φωτογραφία είναι από το www.pau.pwp.blueyonder.co.uk )
 
Σάλπαρε η Καπετάνισσα ώρα 15:31 | Πανάκι ξεδιπλωμένο | 35 ανάσες
Δευτέρα, Δεκεμβρίου 11, 2006
Χιλιάδες άγγελοι με τ' άσπρα...



Μια φορά και έναν καιρό ένα παιδί
ετοιμαζόταν να γεννηθεί και να έρθει στην γη.












Πλησίασε λοιπόν και ρώτησε το Θεό:
"Μου λένε ότι θα με στείλεις στην γη αύριο",









“… αλλά πώς να ζήσω εκεί τόσο μικρό και αβοήθητο";









Ο Θεός απάντησε:
«Μέσα στους τόσους αγγέλους, έχω διαλέξει έναν και για σένα»









«Θα σε περιμένει και θα σε φροντίζει στη γη»














"Αλλά…" είπε το παιδί,








"εδώ στον Παράδεισο δεν κάνω τίποτε άλλο
από το να τραγουδώ και να γελώ"







«Μόνο αυτά χρειάζομαι για να είμαι ευτυχισμένο»











Τότε, ο Θεός είπε:

«Ο άγγελος θα σου τραγουδά κάθε μέρα.
Θα νιώθεις την αγάπη του αγγέλου σου και θα είσαι ευτυχισμένο»









«Όμως» είπε το παιδί, «… πώς θα μπορώ να καταλαβαίνω όταν οι άνθρωποι μου μιλούν, αφού δεν ξέρω την γλώσσα τους»;








"Αυτό είναι εύκολο", είπε ο Θεός

"Ο άγγελος σου θα σου λέει τις πιο όμορφες και γλυκές λέξεις που άκουσες ποτέ σου,








και έτσι με πολλή υπομονή και φροντίδα,
ο άγγελος θα σου διδάξει πώς να μιλάς".











Το παιδί κοίταξε ψηλά στον Θεό και είπε,
"Και τι θα κάνω όταν θέλω να μιλήσω σ' Εσένα";











Ο Θεός χαμογέλασε στο παιδί και του είπε:









«ο άγγελός σου, θα σου βάλει τα χέρια μαζί
και θα σου δείξει πώς να κάνεις την προσευχή σου
».












Το παιδί τότε είπε,
«Έχω ακούσει ότι στην γη υπάρχουν κακοί άνθρωποι.

Ποιος θα με προστατεύσει»;








Ο Θεός έβαλε το παιδί στην αγκαλιά του λέγοντας:









«ο άγγελος σου θα σε προστατεύει,
ακόμα και αν ετούτο σημαίνει πως θα τσακίσει τα φτερά του γι αυτό»







Το παιδί ήταν λυπημένο και είπε στον Θεό:
«Αλλά θα είμαι πάντα λυπημένο, επειδή
δεν θα μπορώ να σε βλέπω πλέον»










Ο Θεός αγκάλιασε το παιδί
και του ψιθύρισε:








«Ο άγγελος σου θα σου μιλά πάντα για μένα
και θα σου δείξει τον δρόμο να έρθεις πίσω σε μένα,
παρόλο που εγώ θα είμαι πάντα δίπλα σου».











Εκείνη την στιγμή ήταν απόλυτη γαλήνη στον Παράδεισο,
αλλά φωνές από την γη μπορούσαν ήδη να ακουστούν.
Το παιδί αμέσως, ρώτησε απαλά:








«Ω Θεέ μου, αν είναι να φύγω τώρα,
πες μου σε παρακαλώ το όνομα του αγγέλου μου»!










Ο Θεός απάντησε,

«Το όνομα του αγγέλου σου δεν είναι σημαντικό…
εσύ απλά θα την φωνάζεις






... Μ α μ ά !








( Λόγια-φυλαχτά για την Παγκόσμια Ημέρα του Παιδιού.
Ο τίτλος είναι στίχος της Λίνας Νικολακοπούλου,
η ιστορία είναι του Mike Sharobim )

 
Σάλπαρε η Καπετάνισσα ώρα 22:45 | Πανάκι ξεδιπλωμένο | 35 ανάσες
Σάββατο, Δεκεμβρίου 09, 2006
Vasa inania plurimum sonant
(Τα άδεια δοχεία, αντηχούν περισσότερο)


Επιλέγω αραιοπερπατημένα πεζοδρόμια, κάνω παράκαμψη στις καθιερωμένες διαδρομές, μα πεισματικά ξετυλίγεται εμπρός μου -γαϊτανάκι που δένεται κόμπος κι έπειτα ξάφνου γιγαντώνεται-, η κυριαρχία της ευτέλειας. Επιβεβαιώνω την αίσθησή μου ότι με την ασχήμια ασχολούμαστε πρωτίστως, από προσωπική νωθρότητα.
Από εθισμό κι αισθητική φτώχεια.

Συλλογισμοί που με ταλανίζουν με αφορμή τη χαύνωση -όπως λέγαμε στο προηγούμενο κείμενο-, η οποία μας ζώνει από παντού. Ως εύπεπτη σούπα, περιλούζει τα πάντα.

Την σημαία κρατά η πρωθιέρεια της μαζικής κουλτούρας, η τηλεόραση, η οποία νιώθω πως είναι πιό πραγματική από την ίδια την πραγματικότητα.

Την τελευταία διετία, ίσως και παραπάνω, δεν βλέπω καθόλου τηλεόραση. Είμαι μάλλον κομμάτι μιας μειοψηφίας σχεδόν γραφικής, που δεν έχει ιδέα για τα χειμερινά τηλεοπτικά πράγματα. Είναι απαραίτητο λέτε;
Εφόσον το πράγμα βοά:
Ασήμαντοι άνθρωποι και λοβοτομημένες καλλονές γεμίζουν με θορύβους τον ακριβό -όπως πλέον λογίζεται- χρόνο, εκλιπαρώντας για μια γενναία μερίδα τηλεθέασης, μέσω της θαλπωρής του κιτς.
Κάποιοι τους χειροκροτούν, δε μπορεί!

Η κυριαρχία του ασήμαντου πάνω στις οθόνες -και μακριά απ' αυτές-, δηλώνει θλιβερή ανικανότητα να επικρατήσει κάτι διαφορετικό, ανοιχτό σε ορίζοντες.
Κυρίως καθρεφτίζει το γεγονός ότι εσείς, εμείς, δεν ξέρω ποιοί, όσοι την λιβανίζουμε τη τιβούλα, έχουμε φαντασία πιό χλωμή, πιό στεγνή από την τηλεοπτική πραγματικότητα.
Ο λόγος μου, αντιλαμβάνεσθε ότι δεν καταδεικνύει συγκεκριμμένα πρόσωπα, αλλά συνολικές συμπεριφορές.

Εκείνο κυρίως που τρίβει -ίδιο γυαλόχαρτο- την σκέψη μου, είναι το εξής:
Όταν μιλάμε για πράγματα άχαρα, επουσιώδη, το κάνουμε από κριτική ορμή;
Ή πλέον γίνανε οικείο θέαμα, άκουσμα, βίωμα;
Μπορούμε να διακρίνουμε και ν' αξιολογήσουμε πράγματα πέρα από τα γνώριμα και χιλιοσερβιρισμένα;

Σ' όλη αυτή την αθλιότητα της τηλεμουρμούρας δεν ξέρω άλλο δρόμο σωτηρίας από αυτόν που πάει ψηλά. Που γράφει:
Αν δεν μπορείτε να αποστομώσετε τον κοινό νου, δείτε πέρα από τις εσχατιές των καναλιών, τις εικόνες του κόσμου.

Δεν είμαστε παθητικοί δέκτες βρε αδελφέ!
Η Ψινακειάδα και η Χατζηνικολειάδα θέλουνε δεκτικά αυτιά και μάτια που, όσο τους τα δίνουμε, τόσο θα καταπιάνονται με το εφήμερο, το φευγαλέο και ενδεχομένως το πρόστυχο.

Έχει γλύκα και δύναμη η μαζική κουλτούρα και, ναι. Έχουν έρθει τούμπα οι αξίες συμφωνώ. Σε όλα τα πεδία. Κι αν είναι τούτο επικίνδυνο! Δεν είναι όμως απλό, αφού η πληροφόρηση έχει μετατραπεί σε θέαμα και με τέτοια πλέον μορφή απλώνεται σαν οίδημα σε όλα τα κανάλια. Η ανοχή μας και μόνο ενισχύει την κατάσταση.

Και να'μαι τώρα να πιστεύω ακόμα, στο όχι του πολίτη. Καλύτερα απληροφόρητοι, παρά πολτοποιημένοι.
Έχει κανείς ακουστά για την ενίσχυση της κριτικής σκέψης;
Αν δεν μπορείς να ελέγξεις τη μαζική κουλτούρα, πλούτισε τη σκέψη σου, όξυνε την κρίση σου και φτύσε την.


Ζήτημα που ανέβασε θερμόμετρα σε μια -γλεντζέδικη κατά τα άλλα-παρέα χθες. Τι να δείχνει η τηλεόραση, τι όχι, που να παρεμβαίνουν οι μπαμπούλες της λογοκρισίας κι αν ωφελεί να μπαίνει ψαλίδι στην ενημέρωση. Μέχρι και πρόταση για "Κέντρο τηλεαπεξάρτησης", έπεσε στο τραπέζι. Σοφόν. Κασσάνδρα να το'πε;

Το ψέμμα και η παραπληροφόρηση θαρρώ πως είναι ο κανών. Μας ζώνουν μέχρι στραγγαλισμού. Και ποιός να "κάνει τη βρώμικη δουλειά", αφού τα σκουπίδια τρυπώνουν από παντού...
Η ουσιαστική αλλαγή λέω πως γίνεται όταν αλλάξει η συλλογική συνείδηση, όταν ξυπνήσουν και οι "ωραίες κοιμωμένες", οι ατομικές μας συνειδήσεις. Όταν ο καθένας μας αρχίσει ν' ανοίγει δρόμους εντός του κρανίου του κι όταν, ως κράτος, βάλεις τις βάσεις για τη δημιουργία πολιτών με αντίληψη και κρίση.

Αν μας "συμφέρει" (ως πολιτεία) να έχουμε πολίτες ενεργούς, που αμφισβητούν, που γνωρίζουν, που δεν είναι παθητικοί δέκτες, να μπούμε σε διαδικασίες παίδευσης.
Να μπορούν να λένε όχι παντού. Όχι μόνο στην τηλεοπτική Τατιάνα αλλά και στην μη τηλεοπτική, που χάσκει σε βιτρίνες, που τρυπώνει σε μουσικές, που ορίζει το λάιφ στάιλ, τρομάρα μας.
Κι αυτό, δεν το κάνει η τηλεοπτική CIA. Το κάνει το μυαλό.

Ναι, ξέρουμε πως να καθαρίσουμε τη βρωμιά.
Πως να βρούμε όμως τον τρόπο να εξαφανίσουμε τα σκουπίδια...
Μήπως είναι ώρα να ζήσουμε;

Όλο και περισσότερο νιώθουμε πως τα ίδια χάλια μας ζώνουν από παντού.
Και να σας πω;
Καθώς περνούν τα χρόνια κι ο χρόνος στενεύει, νιώθει κανείς ότι υπάρχουν τόσα όμορφα πράγματα να κάνει από το να "συντρίβει" την ούτως ή άλλως αξιογέλαστη αλαζονεία, την διάφανη φιλαυτία κάθε τηλεοπτικού υστερικού αστέρα.
Ανάξιοι οι περισσότεροι. Είτε για έπαινο είτε για χλεύη.

Ανάσα βαθιά. Ω, ναι!
Υπάρχει αληθινή ζωή, μέχρι και σωτηρία υπάρχει, μετά τον τηλεοπτικό πολτό.
Σας ορκίζομαι.




( Raining Pleasure - Fake
Βασίλης Καζούλης - Κάτι να γυαλίζει
Η πρώτη φωτογραφία του Tony Hamilton, η δεύτερη του Γιώργου Κυριακίδη )
 
Σάλπαρε η Καπετάνισσα ώρα 13:26 | Πανάκι ξεδιπλωμένο | 29 ανάσες
Παρασκευή, Δεκεμβρίου 08, 2006
Το ερώτημα, προς τον εαυτό μας:
"Σ' αυτόν τον κόσμο που ολοένα αλλάζει
κι άκαρπα όνειρα μας περιγελούν,
ποιά κραυγή θα μας αρπάξει από τη χαύνωση";

(απόσπασμα από θεατρικό κείμενο του θεάτρου Νο)




Μπορεί της Τέχνης. Του χιούμορ. Της παιδιάστικης χαράς. Της αγάπης.



 
Σάλπαρε η Καπετάνισσα ώρα 00:12 | Πανάκι ξεδιπλωμένο | 34 ανάσες
Τετάρτη, Δεκεμβρίου 06, 2006
Απαγορευτικόν απόπλου

Καμώνομαι πως όταν βρέχει, ο ουρανός μιλάει στη θάλασσα. Σκύβει να την αφουγκραστεί και ν' ανακατέψει τις στάλες του -δεν ξέρω ακριβώς τι: δάκρυα ή φιλιά σε υγρή μορφή;- με τα σπλάχνα της. Βλέπω την άσφαλτο καράβι, ωκεανοί καταπίνουνε τα πόδια μου, αρμύρες ξύνουνε τη θωριά μου. Κάθομαι στο τιμόνι και φεύγω συχνά, σαν βλέπω γύρω να βουλιάζει ο κόσμος. Γυρεύω ναυάγια σε εθνικές οδούς, φύκια και κουπιά στη διπλή γραμμή του δρόμου.

Φορτωμένος καιρός απόψε. Κι ο δρόμος ανοιχτός. Το ίσο να'ναι αυτό, ή το μπουρδουκλωμένο;

Γκάζια και φρένα ανάκατα. Κι ο Θεός από πάνω να μαρτυρά τα χούγια του. "Θα τη μουλιάσω αυτή την πλάση, να γίνει εύφορο το έδαφος", σα να λέει.
Από μέσα, ε; Εντός. Στην ενδοχώρα. Τούμπα η στέρφα γη.
Τ' ανάποδα να βαφτιστούν σωστά.


Χαλασμός στο σύμπαν. Άκου σύμπαν! Όπως το λογαριάζει ο καθείς. Κάθισμα του συνοδηγού ας πούμε. Μια χούφτα κόσμος. Ή, ολάκερη ζωή.
Ζώνη ασφαλείας, λυγμοί να στάζουν στα ραδιόφωνα και φώτα μεγάλα, ε;
Όχι, τυφλώνεις. Ή σε τυφλώνουν;
Οι απέναντι βιαστικοί. Φευγάτα σχήματα αριστερά.

Και κάτω απ' τις ρόδες χιλιόμετρα αχόρταγα. Χάσκουνε και πληθαίνουν.


Και ξάφνου, τα πέλαγα καβαλάνε τη στεριά. Χύνονται κύματα, ερωτοτροπούν με την άσφαλτο. Ένα τα δυό τους. Ρεύματα να ξαπλώσουν Νηρηΐδες.
Που κολυμπούν τα μάτια μου απόψε...

Που'ναι η άχνα της θάλασσας, η στυφή -κατά πως λέει ο Όμηρος-, η άβυσσος με τις φώκιες πάει να πει, κρησφύγετο του Πρωτέα, γεννήτορα των γοργόνων...

Βαθιά το πόδι στο γκάζι. Σπινθήρες, σχήματα, μορφές, φώτα αστραπές, δέντρα ορθωμένα στοιχειά, του Κολόμβου οι πέντε κολασμένοι, λέει ο Ποιητής.
Όστρακα ρόδινα και μαύρα ρίγη, ανεμόδαρτα ρήματα, σφουγγάρια και μέδουσες, τα άλλα λόγια τα ποιητικά.
Στοιχειά εμπρός μου. Τιμόνι, ή τιμόνι; Δηλαδή... στεριανό ή πρωραίο;

Τρέχουνε οι κόσμοι στο παμπρίζ, στρόβιλοι θαλασσινοί κι ένα γλαυκό κύμα δεξιά μου, νησιά και βράχοι καρφωμένοι πάνω μου. Τρέχω κι εγώ μαζί.
Κι η σκέψη σου, αδιάκοπα γεννιέται και ολοένα πνίγεται.

Του Κολόμβου οι πόσοι κολασμένοι;
Κοχύλια και μικρές αλκυόνες στα πόδια μου.
Πράσινα και γαλάζια χρώματα, θάμπος στο βλέμμα.

Το χρώμα που 'χει το κύμα, σαν γλύφει άμμο ασπριδερή, χρώμα αλλόκοτο, αφρισμένη κορφή κυμάτων στο λουσμένο κεφάλι των Γραιών, τρέμετε ναύτες...

Χάδια κι αγριάδες στο γκάζι. Μορφές ολόγυρα, χυμένα κύματα τα χιλιόμετρα. Ο Ποσειδώνας κι η Αμφιτρήτη δίπλα μου, ποιόν να πέψω να σου πρωτομηνύσει;
Ατέρμονος ο χορός των κυμάτων κι η νύχτα από κοντά, το φεγγάρι σιγοντάρει, η σκέψη σου κρατά το ίσο.
Σειρήνες και γοργόνες στα ακρόπρωρα, κοχύλια και διχαλωτές ουρές, πες μου. Που ταξιδεύεις; Άγιε Νικόλα φύλαε κι Άγια Θαλασσινή...
Χρόνια ζω στα νερά, στο'πα;
Γη φρυγμένη μ' έδιωξε. Σταμάτησα μεσοστρατίς σου λέω! Να ψηλαφώ κύματα, να σιγουρευτώ αν μένουν πάνω τα φιλιά...


"Δεξιά σταματήστε", το σήμα του αστυνομικού. Μήτε που πήρα χαμπάρι. Κολυμπούσα, τ' ορκίζομαι.
"160 με όριο 70; Που πας κοπέλλα μου"; Μιλιά. Θα πάρει το δίπλωμα είπε.
Ούτε κιχ. Με κοιτούσε περιμένοντας.

Να δεις που αντίκρυσε εσένα μες στα μάτια μου και φοβήθηκε.
Πρόστιμο μόνο. Κι ένα "να προσέχετε".
"Τα νερά", μουρμούρισα. "Όταν βρέχει".

Στεριανοί καημοί, ναι;
"Θυμίζεις κάμαρες κλειστές, στεριά μυρίζεις", ξανά ο Ποιητής.
Τίποτα δε μυρίζεις. Λες και σε μύρισα ποτέ.
Μα ούτε και σε γνώρισα. Στα πέλαγα θαμένα τα αντίο.
Και τα φιλιά. Βυθός τα ίδια.

Όταν μάθεις ν' αναγνωρίζεις την αλικόρη, θα σε πάρω αγκαζέ.
Να περπατήσουμε μαζί πάνω στα κύματα.



( Tracy Chapman Fast Car )
 
Σάλπαρε η Καπετάνισσα ώρα 00:04 | Πανάκι ξεδιπλωμένο | 33 ανάσες
Δευτέρα, Δεκεμβρίου 04, 2006
Καισαρική τομή

"Αν δεν υπήρχανε οι μάνες, αυτοί που θα πονούσανε περισσότερο απ' όλους, θα 'ταν οι ποιητές", είχε πεί ο Νίκος Καρούζος.

Στη μάνα. Μου. Που υπάρχει. Και σήμερα μετράει γένες. Δικές της. Χρόνια. Δεκαετίες. Στιγμές.
Μια σοκολάτα με γεύση φράουλα θα σου χαρίσω, να, όπως εκείνη που πρόσμενα με λαχτάρα κάθε που αρρώσταινα. Κι έπειτα θ' απλώσω χέρια να σε τυλίξω να μη κρυώνεις, ναι, σαν τότε που ξέχασα εκείνο το λευκό παλτό, τ' αγαπημένο, στο πούλμαν για το Ξυλόκαστρο κι απαρηγόρητη σπάραζα στο στέρνο σου. Και μια βόλτα θα σε πάω σ' εκείνο το ξωκλήσσι, μήνες τώρα το λες κι όλο δεν είναι βολικός ο χρόνος. Και για καφέ μετά, όρκο κάνω, που συνεχώς το αμελώ κι έπειτα ακούω το "δεν πειράζει" σου και μπήγω μέσα μου μαχαίρια.

Μια αγκαλιά που χωράει όλη τη γη, μάνα μου, να σε δεχθεί.
Κι όλα τα πέλαγα του κόσμου, να ρίξω μέσα...

Ό,τι δεν μπόρεσα, ό,τι δεν μπόρεσες.
Ό,τι περίμενα κι ό,τι για μένα προσδοκούσες.
Ό,τι ακόμα λαχταράς κι ό,τι ακόμα ελπίζω.
Ό,τι θαρρώ πως μου χρωστάς κι ό,τι λες πως σου οφείλω.
Ό,τι σε σένα με θυμώνει κι ό,τι σε μένα δε θες να δείς.
Ό,τι με κάνει να σε θέλω αλλιώς κι ό,τι σε κάνει να με "διορθώνεις".
Ό,τι ποτέ μου δεν κατάλαβα κι ό,τι κι εσύ δε βλέπεις.
Ό,τι θεωρώ "δικό" μου κι ό,τι εσύ, δεν μου αναγνωρίζεις.
Ό,τι φοβάμαι από σένα -μη γίνω σαν εσένα- κι ό,τι σε μένα απωθείς.
Ό,τι ποτέ δεν άρθρωσα κι ό,τι παράκουσες εσύ.
Ό,τι βαρύ, παραπανίσιο είπα κι ό,τι σ' έκανε να σφαλίσεις τ' αυτιά.
Ό,τι με κάνει να τρέμω.
Που είσαι εδώ, που είσαι αλλού, που κάποια μέρα, θα σε χάσω...


Μάνα μου, να'χεις χρόνια πολλά.
Έχε σε παρακαλώ.




( Τάνια Τσανακλίδου - Μαμά γερνάω )
 
Σάλπαρε η Καπετάνισσα ώρα 09:15 | Πανάκι ξεδιπλωμένο | 37 ανάσες
Σάββατο, Δεκεμβρίου 02, 2006
Αλήτη χρόνε μου ακριβέ...

Ο μήνας του παραμυθιού, ναι; Ναι! Ο γιορτινός, ο αστροφωτισμένος!
Καλό μήνα λοιπόν.

Γλιστράει και φεύγει η ευχή και μπερδεύεται με τις καθημερινές γκρίνιες και τις μουρμούρες μας και μας ρίχνει μια στάλα φως. Βλέπεις, όταν κάτι δεν γίνεται να το χαρίσουμε ούτε να το εξασφαλίσουμε στα σίγουρα, μπορούμε τουλάχιστον να το ευχηθούμε!
Έτσι, καθώς κυλάει ο χρόνος.


Πως γράφεται -τάχα- ο χρόνος και πιο πολύ πως περιγράφεται...
Μάλλον προτιμά να ξεγελιέται στους καθρέφτες μας που μετρούν ρυτίδες -σπουδαία κληρονομιά και προίκα πολύτιμη- και στα προσωπικά μας ημερολόγια που πάλιωσαν πιά... Ετοιμάζονται τα καινούργια, του 2007 που θα μυρίζουν φρεσκοτυπωμένο χαρτί.
Καμώνεται τον αδιάφορο λοιπόν ο χρόνος στις χιλιογραμμένες ατζέντες μας και στις ταυτότητές μας που πάψανε από καιρό να μετράνε χρόνια εφηβείας.

Ένας μήνας που έφυγε ή, ένας που έφτασε; Το πως θα το δεις μετράει.
Ούτως ή άλλως, οι καιροί μοιάζουν ιδανικοί για νοσταλγούς, στοχαστές κι ονειροπόλους.

Οπότε, ανοίγουμε ελεύθερα τα πανιά στον άνεμο του χειμώνα!

Μπροστάρης, ο καιρός μιας αλλιώτικης, ξεχασμένης αθωότητας.
Μήνας πρόσφορος για αγκαλιάσματα, μελοκάρυδο κι αστροευχές. Εποχή των παραμυθιών και των ονείρων, της μαγείας και των χιονισμένων ταξιδιών.
Καιρός να πασπαλίσουμε με ζάχαρη άχνη τις καρδιές μας και με χρυσόσκονη τις νύχτες μας...

Εδώ, στο τελευταίο σκαλοπάτι της χρονιάς, θαρρώ πως φτάνουμε λαχανιάζοντας σαν τους αθλητές που κόβουν ξέπνοοι το νήμα.
Πρώτοι, τελευταίοι, νικητές ή όχι, τι σημασία έχει τώρα πιά, αφού πρωταγγίζουμε τον φετεινό Δεκέμβρη κι έχει ανάγκη από χάδια και κανακέματα! Να τον καλοπιάσουμε, να τον γλυκάνουμε,να μας κάνει τα χατήρια, τώρα που τα γηρατειά της ψυχής μοιάζουν μακρινά και η πρώτη μας η νιότη επανέρχεται με την μορφή μιας ακόμα εποχής.

Πιανόμαστε όμως -μη μου πείτε-, από λογής-λογής τερτίπια για να ξεγελάσουμε το χρόνο. Γυρίζουμε την πλάτη πεισματικά μπροστά στην ιδιότητά του να γίνεται παρελθόν, λες και με τον τρόπο αυτό θα δραπετεύσουμε από τα δίχτυα του!
Δοκιμάζουμε την παράκαμψη, καμωνόμαστε τους αδιάφορους, τους αμέτοχους στο παιχνίδι χρόνου, λες και δεν μας αφορά.
"Και τι έγινε;" λέμε. "Ένας ακόμα χρόνος, λοιπόν, τι;"
Λοιπόν, πολλά!
Και με τι να μετρήσει τώρα κανείς τις στιγμές που τον αφορούν... Ίσως μ' ανάσες μόνο και σιωπές στο απέραντο γαλάζιο του πελάγους.
Ή μ' ακραγγίγματα και χαδιάρες φωνές. Με χαζογέλια κι αλήτικα ξενύχτια.

Πόσο αλλιώτικα γυρίζει το ρολόι της μνήμης τελικά, εκεί που το συναίσθημα ζυγίζει πράγματα και ανθρώπους...
Μα είναι κάποιες στιγμές να πάρει η ευχή, που αντιλαμβάνεσαι πόσο γλυκόπικρο πράγμα είναι ο χρόνος και οι παραισθήσεις του.
Να: μια τόση δα στιγμή σε χωρίζει από την πρώτη δεκαετία της ζωής σου! Μια δρασκελιά και ξαναγύρισες!

Τι; Μαζευτήκανε οι πίκρες και κάνανε καντάδα στη νυχτιά;
Αχ, να γινόταν να μη βαραίνει η ανάμνηση την καρδιά...
Μα να αλαφρώνει, να δίνει φτερά η θύμηση.

Μπερδεμένοι φαντάζουμε, σε μια εποχή που είναι μεταβατική, ασταθής, που κραυγάζει δίχως υποσχέσεις, σε μια εποχή κυριαρχίας του ασήμαντου. Κι όμως, ο χρόνος δεν είναι τίποτα άλλο παρά γνώση. Γνώση που σου ψιθυρίζει ότι η κάθε δυσκολία είχε για σύμμαχο και μια γλυκειά χαρά. Το θέμα βέβαια είναι να ταιριάξεις την τρυφεράδα της νοσταλγίας με την ποθητή γεύση του ονείρου, να χαίρεσαι για το χθες και να εύχεσαι για το αύριο. Όχι, αν μπορείς, κάνε το! Μέσα στην όποια αναπόληση, ανασκόπηση, αναμέτρηση με τον εαυτό σου.

Μα πες μου τώρα σε παρακαλώ, πες μου.
Τι στο καλό θέλει η Πρωτοψάλτη μες στ' αυτιά μου, τώρα που γράφω τούτες τις αράδες, να σταλάζει το παράπονό της;

"Α, ρε χρόνε αλήτη, που ανθρώπους κι αγάπες σκορπάς..."
Αν μπορούσα, το'χω ξαναπεί, θα έπαιρνα μπογιά να το 'γραφα σε τοίχο.
Σε τοίχους. Να περνούν οι αέρηδες, ν΄ανακατεύουνε τα γράμματα, να ξορκίζουν το καιρό.
Κι έπειτα, να σκορπίζουν οι πίκρες, να καρπίζουν τα όνειρα.





( Jethro Tull - A Winter Snowscape
Η φωτογραφία είναι από το www.itrygraphics.com )
 
Σάλπαρε η Καπετάνισσα ώρα 00:07 | Πανάκι ξεδιπλωμένο | 20 ανάσες


Layout design by Pannasmontata


©
Creative Commons License
Page copy protected against web site content infringement by Copyscape