Πέμπτη, Ιουνίου 29, 2006
Σήκω ψυχή μου, δώσε ρεύμα βάλε στα ρούχα μας φωτιά!

Μια μεγάλη θηλυκή αγκαλιά, εκείνη της Κρήτης.
Μάγισσα, ανεξερεύνητη, ατίθαση, αντάρτισσα, να σε κρατάει πάντα στο "λίγο ακόμα", να 'χει πάντα κι άλλα... κι άλλα... κι άλλα λιγωτικά να ξεδιπλώσει μπρος στ' ανήξερα μάτια σου.

(Θαρρούσανε πως ήταν μαθημένα στις ομορφιές, τι πλάνη!)

Η Κρήτη η χυμώδης! Ίδια γυναίκα, πάει να πει... Τι θες τώρα...
Ν΄αφήνεσαι, έτσι δεκτικός σε γλύκες και σε χάδια, ν' αφήνεσαι λέω στην αγκαλιά του απέραντου γαλάζιου του Λιβυκού.
Αίσθηση! Σε κυριεύει η επιθυμία να πετάξεις ολόγυμνος στο γαλάζιο του ουρανού.


Κάποιες τέτοιες στιγμές είναι που συνειδητοποιώ ότι αυτός ο τόπος είναι γεμάτος από την αλήθεια των αισθήσεων. Κυριαρχούν όχι οι μεταφυσικές αναζητήσεις, αλλά ο ρυθμός του σώματος και οι επιθυμίες. Επιθυμία για ένα ηλιοβασίλεμα με τα κορμιά να σπαρταράνε, με το κόκκινο του δειλινού να ροδίζει τις πυρωμένες πέτρες, τις χαρακωμένες από τον άνεμο…
Κι η επιθυμία να γεννά χρώματα άγρια, παράξενα… κι ύστερα η ζεστή αναπνοή της Αφρικής να έρχεται σαν νανούρισμα κάτω από έναν ουρανό ολόγιομου φεγγαριού και γιγάντιων άστρων που διαγράφουν τροχιές απίθανες στην πορεία για το θάνατό τους.


Τι περίεργο αίσθημα που αφήνει η ζεστή άμμος πάνω στο γυμνό σώμα! Σαν να βουλιάζεις στο βυθό της γης, αλλά ταυτόχρονα σα να κρατάς την επαφή σου με τον ουρανό.

Ξέρεις, στον Κρητικό νοτιά, ξαναβρίσκεις το χαμένο μίτο της Αριάδνης. Αφήνεσαι στη σιγουριά του και νιώθεις να ξαναγεννιέσαι…
Όμορφες στιγμές! Που διεκδικούν διάρκεια, ή ακόμα και την αιωνιότητα. Κυρίως οι στιγμές του δειλινού. Ο ήλιος να ενώνεται με το μενεξεδί της θάλασσας… να κοκκινίζει σαν μικρό παιδί … στην πιο ουσιαστική και αντάξια της φύσης πράξη!


Και όλα να μοιάζουν σαν ένα γλυκό, ατελείωτο ερωτικό παιχνίδι, όπου σμίγουν όλα τα στοιχειά της φύσης. O ήλιος, η νύχτα, ο αέρας, το φεγγάρι, η θάλασσα, εγώ, εσύ…
Ο νους να στάζει τα περίσσια, τα σκάρτα. Μονάχα αρώματα και νοσταλγικές εικόνες. Βάλσαμο για το κουρασμένο σώμα, μαλακώνουν την αγριεμένη ψυχή…


Η Κρήτη μπορεί να επιβάλει τη σιωπή στο πνεύμα, να ηρεμήσει τον αναβρασμό της ψυχής... Πόσο όμορφα τα γράφει ο Καζαντζάκης, για το πόσο συγκλονιστικά ο Ζορμπάς με:

"την πρωτόγονη ματιά που αδράχνει ψηλά και σαϊτευτά τη θροφή της, τη δημιουργική, κάθε πρωί ανανεούμενη, αφέλεια, να βλέπει ακατάπαυστα για πρώτη φορά τα πάντα και να δίνει παρθενιά στα αιώνια καθημερινά στοιχεία - αγέρα, θάλασσα, φωτιά, γυναίκα, ψωμί. τη σιγουράδα του χεριού, τη δροσεράδα της καρδιάς, την παλικαριά να κοροϊδεύει την ίδια του την ψυχή, σαν να' χε μέσα του μια δύναμη ανώτερη από την ψυχή..."

(Η φωτεινή, λουλουδιασμένη εικόνα της κρητικής γης και τα "μιλήματα" είναι του Γιώργου, της τέχνης και της ψυχής, της Φλωρεντίας και του κάμπου της Μεσσαράς, που'χει σήμερα και γενέθλια κι όλου του κόσμου τις ευχές. "Σου έχει τύχει, νύχτα καλοκαιριού, να κοιμηθείς στο αλώνι ή στο χωμάτινο δώμα κάποιου παλιού κρητικού σπιτιού κοιτάζοντας τα άστρα;")

Το μαγαζί παίζει σήμερα Ξ υ λ ο ύ ρ η . Υπόκλιση βαθιά. Ριζίτικο, χαρακιά στο μέσα. Για τα ψηλά βουνά που ορθώνονται εμπρός, καπεταναίοι.
 
Σάλπαρε η Καπετάνισσα ώρα 15:27 | Πανάκι ξεδιπλωμένο | 14 ανάσες
Τρίτη, Ιουνίου 27, 2006
Μήνυμα στο πέλαγο!

Είπα απόψε να σφιχτοδέσω στους ανέμους μήνυμα σφραγισμένο.
Και να του δώσω μιά να πέσει στα κύματα.
Ν' αμπαρώσω μέσα γλυκόπικρες τσιγγάνικες δοξαριές, κήπους ολάνθιστους και μυρωμένους και γεύσεις ακριβές, ανατολίτικες.
Να γλυστρήσω μπόλικα από
τούτα τ' ασήμια που στάζουν στη νυχτιά
κι απ'αυτά τα πορφυρένια που σκίζουν τα σκοτάδια
κι απ' τα χρυσαφιά που με λιγώνουνε
κι απ' τα θαλασσιά του ταξιδιού που μου γεννούν.
Τι θα μπορούσε ν' αγγίξει τις χορδές της ανθρώπινης ψυχής, να τις χαϊδέψει, να τις κάνει να πάλλονται.
Τι θα γεφύρωνε αποστάσεις, θ' άφηνε δρόμους ανοιχτούς, θα έβαζε μιλιά στον χτύπο της καρδιάς.
Περίεργο και μαγικό είναι που το άγνωστο αρχίζει να ντύνεται την όψη του γνωστού!
Κι ακόμα πιο παράξενο φαντάζει ετούτο το αντάμωμα, σ'αυτές τις γειτονιές με τα καλώδια...
Άραγε εδώ, βγαίνουνε φεγγάρια;

(Μπορεί... κοντά στα κύματα της Cesaria Evora...

Το στριμώχνω σε μπουκάλι και το ρίχνω στα πέλαγα!)


 
Σάλπαρε η Καπετάνισσα ώρα 00:32 | Πανάκι ξεδιπλωμένο | 7 ανάσες
Δευτέρα, Ιουνίου 26, 2006
Και πέταγμα και τραγούδι και απούσες ζώνες ασφαλείας!
Και λοιπόν;
Τι πως μοιάζουν η πτήση και η πτώση; Θες κάτι να μου πείς;
Για όσους έρπονται αγκιστρωμμένοι στα γήινα, τα ευτελή κι επουσιώδη;
Μήπως για κείνους που περιφέρουν το σαρκίο τους σε ομιχλώδεις δρόμους, μακριά από αχτίδες κι αέρηδες και νέφη κι απλωσιές;
Έλα. Άνοιξε το βήμα. Πάρε φόρα λέμε!
Σου 'χω απογειώσεις μελωδικές. Τα 'μαθα τα "κόλπα". Βγες στις ανοιχτάδες των καιρών και μύρισε τον κόσμο. Για να στο πω αλλιώς,
μύρισε τον έρωτα, τραγούδησέ τον!
Άσε που μπορεί και να σ' ακούσει κιόλας και να'ρθει κατά δω...
 
Σάλπαρε η Καπετάνισσα ώρα 01:11 | Πανάκι ξεδιπλωμένο | 10 ανάσες
Κυριακή, Ιουνίου 25, 2006
Μόνο τα πουλιά ξέρουν τι κόπος είναι να πετάς...
...διαπιστώνει ο Αντώνης.


"Άνοιξε τις φτερούγες στους ουρανούς του κόσμου", σπρώχνει η εσωτερική φωνή.
Να κι ο Γλάρος Ιωνάθαν με τα λεύτερα ανοίγματα και την οριζόντια πτήση.


Πέτα Γλάρε, π έ τ α!


Στ' ανεμοψιθυρίσματα, εκεί που σε καλούν τα ακροφτέρουγά σου!
Μακρύτερα, βλέπει ο γλάρος που πετάει ψηλότερα.
Πάψε να κρώζεις, άσε και τα ακροβατικά που καμώνονται πως ξέρουν τα σμήνη και, επιτέλους!
Παραμέρισε ο,τιδήποτε σε περιορίζει.


Σπάζοντας τις αλυσίδες της σκέψης, ροκανίζεις τα δεσμά του κορμιού.
Ψηλά. Σε ανοιχτούς ουρανούς.
Απογείωση. Εφαλτήριο, η ψυχή η ίδια.
Τα παιδιά, οι ποιητές κι οι αλαφροΐσκιωτοι ξέρουν να κοιτάζουν κατά τη θολή γραμμή των οριζόντων. Από ψηλά.
Και τα πουλιά, αυτά κι αν ξέρουν. Να λογαριάζουνε σωστά τον κόπο.
Όχι σαν κάτι βιαστικά πεταρίσματα (φρρριιιττττ, φρρριιιτττ) που τραβάνε ίσια κατά το φως μόνο και μόνο για να το κρύψουνε!
Για πιάσε γη κι άκου την ποιήτρια:
"Έχω κι εγώ ένα σωρό απωθημένους ουρανούς, μα δεν σκοτώνω τ΄άστρα..." (Κ.Δημουλά)
Την ακούς;
 
Σάλπαρε η Καπετάνισσα ώρα 15:07 | Πανάκι ξεδιπλωμένο | 4 ανάσες
Σάββατο, Ιουνίου 24, 2006
Να ταξιδεύουμε πάντα! Για όπου... Για όσο.. Γι αυτό είμαστε ταγμένοι.
Η θερμοκρασία πήρε τον ανήφορο, 35άρια σήμερα κι εγώ γυρεύω ήλιους να κρεμαστώ πάνω τους...
Θωρώ την την ανοιχτάδα τριγύρω, παρόλο που με πιάνουν και οι θλίψεις της "καλοκαιρίας".
Ναι.
Σταθερά και σίγουρα έρχεται η έκρηξη της ζωής και δεν της αντιστέκομαι...
Kαι βλέπω την άνθηση μέσα σε ένα μουτρωμένο παιδικό πρόσωπο,
στ' άνθη της μπουκαμβίλλιας που σκορπίσανε στο μπαλκόνι μου,
στο άρωμα της θάλασσας που αναδύεται μέσα από τα φρέσκα χτένια καθώς τα τρως ωμά,
στις πτυχώσεις του φορέματος της μελαχρινής γυναίκας που λικνιζόταν στα φανάρια πουλώντας χαρτομάντιλα,
σε υγρά αντρικά βλέμματα τις νύχτες που μαγνητίζουν κάθε ζωτική ορμή και την αιχμαλωτίζουν για όσο...,
στο θρόισμα των φύλλων κάτι δροσερές βραδιές,
στο νωθρό κυμάτισμα του Κρητικού πελάγους,
στα τραγούδια των παραδοσιακών χωριών με τα στενά δρομάκια και τα υπέροχα σπίτια με τις εσωτερικές αυλές και τα σιντριβάνια και τις καγκελόπορτες με τα πουλιά και τα παγώνια,
στην μεθυστική γεύση ενός χρυσόξανθου ντόπιου κρασιού,
στην αργώ που συνεχίζει τον πλου της,
στη μυρωδιά της γης που πότε το ρίχνει στο ραχάτι και πότε ετοιμάζεται για τη μεγάλη γέννα,
στο βλέμμα αποχαιρετισμού που ξέρεις ότι είναι το τελευταίο,
στο γέλιο του σκηνοθέτη καθώς ενώνει χέρια πάνω στη σκηνή,
στα σύννεφα που κατέβηκαν και ακούμπησαν τα σπίτια και τα έκρυψαν με το υφαντό τους,
στα κύματα που σκέπασαν και ξέπλυναν τις μυρωδιές της αγάπης στο μώλο,
στην κόρη με τους βοστρύχους που βγήκε ξημερώματα βόλτα στην προκυμαία να υποδεχτεί τα καίκια...
 
Σάλπαρε η Καπετάνισσα ώρα 16:52 | Πανάκι ξεδιπλωμένο | 8 ανάσες
Παρασκευή, Ιουνίου 23, 2006
Και φωτιές ανάβανε στους απάνω δρόμους, τ' Άι-Γιάννη θα 'τανε θαρρώ...
Του Κλήδονα απόψε. Πηδούν τα πιτσιρίκια τις φωτιές-λέει-. Τουλάχιστον σε τόπους που φυσούν ακόμα άνεμοι απ'τα περασμένα. Και τραγουδούν οι κοπελλιές με προσδοκίες ερωτοθρεμμένες και προσμένουν οι έφηβοι με πόθους ερωτοπλάνταχτους...
Και φέρνουνε κι αρώματα λογιών-λογιών και μαντινάδες μοσχομύριστες:

Κλειδώσετε τη στάμνα μας μ’ ένα χρυσό κλειδάκι,
βγάλτε τη ν’ αστρονομιστεί στ’ άστρα, στο φεγγαράκι.

Τ’ άστρα να βάλουν δύναμη και το φεγγάρι μάγια
και το τραγούδι τση νυχθιάς να βάλει η κουκουβάγια.

Κι αύριο τ’ αποσπέριδο, π’ ο κλήδονας θ’ ανοίξει,
θ’ ακούσομε τη μοιρα μας ίντα θα μας ε-ρίξει.

Κλειδώσετε τον κλήδονα στου φεγγαριού τη χάρη,
να πάρει ο νιος την κοπελιά κι εγώ το παλληκάρι…

Κι ο Σεφέρης αντιφεγγίζει:

Η μοίρα μας, χυμένο μολύβι, δεν μπορεί ν' αλλάξει
δεν μπορεί να γίνει τίποτε.
Έχυσαν το μολύβι μέσα στο νερό κάτω από τ' αστέρια κι ας ανάβουν οι φωτιές.

Αν μείνεις γυμνή μπροστά στον καθρέφτη τα μεσάνυχτα βλέπεις
βλέπεις τον άνθρωπο να περνά στο βάθος του καθρέφτη
τον άνθρωπο μέσα στη μοίρα σου που κυβερνά το κορμί σου,
μέσα στη μοναξιά και στη σιωπή τον άνθρωπο
της μοναξιάς και της σιωπής
κι ας ανάβουν οι φωτιές.

Την ώρα που τέλειωσε ή μέρα και δεν άρχισε ή άλλη
την ώρα που κόπηκε ο καιρός
εκείνον που από τώρα και πριν από την αρχή κυβερνούσε το κορμί σου
πρέπει να τον εύρεις
πρέπει να τον ζητήσεις για να τον εύρει τουλάχιστο
κάποιος άλλος, όταν θα 'χεις πεθάνει.

Είναι τα παιδιά που ανάβουν τις φωτιές και φωνάζουν μπροστά στις φλόγες μέσα στή ζεστή νύχτα
(Μήπως έγινε ποτές φωτιά που να μην την άναψε κάποιο παιδί, ω Ηρόστρατε)
και ρίχνουν αλάτι μέσα στις φλόγες για να πλαταγίζουν
(Πόσο παράξενα μας κοιτάζουν ξαφνικά τα σπίτια, τα χωνευτήρια των ανθρώπων, σαν τα χαϊδέψει κάποια
ανταύγεια).

Μα εσύ πού γνώρισες τη χάρη τις πέτρας πάνω στο θαλασσόδαρτο βράχο
το βράδυ που έπεσε ή γαλήνη
άκουσες από μακριά την ανθρώπινη φωνή της μοναξιάς και της σιωπής
μέσα στο κορμί σου
τη νύχτα εκείνη του Αι-Γιάννη
όταν έσβησαν όλες οι φωτιές
και μελέτησες τη στάχτη κάτω από τ' αστέρια.

Λονδίνο, Ιούλιος 1932



Φλογίζονται-τάχα- οι μνήμες;
Ή καψαλιασμένες έρχονται;

(Αν ήτανε να φέρνανε τ' αθάνατο νερό...)
 
Σάλπαρε η Καπετάνισσα ώρα 19:05 | Πανάκι ξεδιπλωμένο | 2 ανάσες
Πέμπτη, Ιουνίου 22, 2006
...άπλωνα τις φούχτες και περίμενα...
Θυμούμαι μικρός κάθουμουν συχνά στο κατώφλι του σπιτιού μας, έλαμπε ο ήλιος, καίγουνταν ο αγέρας, σ' ένα μεγάλο σπίτι στη γειτονιά πατούσαν σταφύλια, μύριζε ο κόσμος μούστο, κι εγώ σφαλνούσα τα μάτια ευτυχισμένος, άπλωνα τις φούχτες και περίμενα, κι έρχουνταν ο Θεός, όσο ήμουν παιδί ποτέ δε με γέλασε, έρχουνταν, παιδί κι αυτός σαν και μένα, και μού 'βαζε στα χέρια τα παιχνιδάκια του τον ήλιο, το φεγγάρι, τον άνεμο.
"Χάρισμά σου" μού 'λεγε "χάρισμά σου, παίξε μαζί τους, εγώ έχω κι άλλα."
Άνοιγα τα μάτια, ο Θεός εξαφανίζουνταν μα απόμεναν στα χέρια μου τα παιχνιδάκια του.
(ΝΙΚΟΣ ΚΑΖΑΝΤΖΑΚΗΣ Αναφορά στον Γκρέκο)

Λιάζει έξω. Καίει ο Θεός τον κόσμο δηλαδή...
Λέω να βουτήξω μια χούφτα αχτινοχάδια να σας στείλω, ν' απλώσετε κι εσείς-οι Αθηναίοι κυρίως-, τις φούχτες να γλυκοζεσταθείτε...
"Έλα κοντά, μην κάνεις πίσω", που λέει κι ο Νιόνιος.
Μια χαραμάδα, ένα πέρασμα για τον ήλιο, μια τόση δα σχισμάδα ή η πόρτα ορθάνοιχτη; Όπως και να'χει, ανοιχτά είναι. Περάστε!

Μοιράζονται τριγύρω παιχνίδια ζωής...
 
Σάλπαρε η Καπετάνισσα ώρα 19:11 | Πανάκι ξεδιπλωμένο | 7 ανάσες
Τετάρτη, Ιουνίου 21, 2006
Ήχοι, στίχοι, τοίχοι...
Εθνική Οδός. Προς δυσμάς. Πρωϊνιάτικα.
Βαλαντωμένοι οι αγέρηδες απ' τις μυρωδιές και το μάτι ν' ανεμίζει πάνω στις πικροδάφνες... παρέλαση κάνανε πλάι στη κρητική άσφαλτο, τι να σου πω! Αφήνω τη θαλασσιά αντάρα, μια πρόκληση, ίδια γυναίκα! Να μην έχω τ' απαιτούμενα να μουσκέψω τον αφαλό...

Άκουγα λοιπόν ένα τραγούδι π' αγαπώ στο ραδιόφωνο, λέει... "να 'χα χίλιες σιωπές να ακούς". Συλλογιζόμουνα που λες -το συνηθίζω στο χάζι του τιμονιού-, πόσο βαραίνει η ζωή μας απ' τον βουβό λόγο. Την ομιλούσα σιωπή. Των ήχων, των βλεμμάτων, των κινήσεων, των σφιγμένων καρπών, των λυμμένων γονάτων. Ύστερα σκέφτηκα τα ζευγάρια που δε βγάζουνε μιλιά. Ούτε το φόβο τους δεν εκπνέουν. Στρατιωτάκια ακούνητα, αμίλητα, αγέλαστα... Κορμιά που σκουντουφλάν πάνω σε συντρόφους -ίσως ομιλητικούς, ίσως σιωπηλούς, λίγο έχει να κάνει- κι αισθάνονται πως σκουντουφλάν σε τοίχο. Γιατί ποτέ δεν άγγιξαν τα βλέμματά τους τα μύχια του εντός τους, ποτέ δεν πορεύτηκαν τον ίδιο δρόμο κι ας πορεύτηκαν στα ίδια δώματα μια ζωή.

Έπειτα, η σκέψη πήγε σ' εκείνα που κατάφεραν κάποια στιγμή να σπάσουν τη μέσα μέσα σιωπή και με τον καιρό την ξαναγέννησαν για να σκεπάσουν ψεύτικες συμμαχίες, πικρές κουβέντες, υποχρεωτικές παραχωρήσεις... Έτσι κι αλλιώς η σιωπή είναι εκεί. Αδιάφορο αν γεμίζει από ήχους. Ευλογημένη η βουβαμάρα του σπιτιού, ε; Να σε καλωσορίζουν αντικείμενα που μαζεύεις από χρόνια, να μαζεύεις τον χιλιοδοσμένο και χιλιοσπαταλημένοσε κοινωνικές επαφές εαυτό σου και να κουβεντιάζεις επιτέλους μαζί του! Εκτός κι αν δεν έχεις τίποτα να του πείς, εκτος κι αν δεν έχει αυτός τίποτα να σου προσφέρει... Χμ! Μα ξέρεις τι είναι ν' ακούς την σιωπή των άσκοπων φλυαριών; Μας θυμίζει κι ο Καβάφης τις συναναστροφές που εξευτελίζουν τις ζωές μας...

Έλεγα να χαράξω αράδες περί μελωδικών ήχων, η μουσική γιορτάζει σήμερα σε τούτο τον πλανήτη, μα κατέληξα να μιλώ γι' άλλα... (ή μήπως δεν είναι);


Έτσι κι αλλιώς η κάθε στιγμή δεν είναι τίποτ' άλλο απ' αυτόπου έτυχε να είναι. Άλλοτε μοναχική αλλά στείρα. Άλλοτε σιωπηλή, εγκυμονούσα.
Άλλοτε βιωμένη μ' ενθουσιασμό ανάμεσα στο πλήθος,φορές πάλι σφαλιστή κι ας επικοινωνείς.
 
Σάλπαρε η Καπετάνισσα ώρα 15:37 | Πανάκι ξεδιπλωμένο | 2 ανάσες
Κυριακή, Ιουνίου 18, 2006
...κι ο χρόνος που κυλά, σταγόνες χρωματιστές στις θερινές τις θάλασσες...
Κι ο Ιούνιος επαναλαμβάνει τις μέρες του...Κι η ζωή μας αναλώνεται σε μια μεγάλη παρέλαση κοινοτοπιών.Και στόχων.Να περάσει αυτός ο μήνας, να πιάσω τους στόχους, να περάσει με καλούς βαθμούς το παιδί την τάξη, να πιάσει τα μόρια που θέλει ο μεγάλος, να πουλήσεις κι εσύ λίγο παραπάνω στο μαγαζί...Οι στόχοι, οι βαθμοί, τα μόρια, το ύψος των πωλήσεων, η αύξηση των πωλήσεων, οι πωλήσεις των πωλήσεων, ω.... οι συνεχείς πωλήσεις του εαυτού σου...Ευκαιρία είναι, ναι.
Και το καλοκαίρι που σαλπάρει ήδη, ευκαιρία είναι. Μόνο μη το πουλήσεις...

Δ ε ς τ η ζ ω ή ! Γ ί ν ε η ζ ω ή !

Ο χρόνος έχει κρατημένα χαμόγελα για την πάρτη μας...

 
Σάλπαρε η Καπετάνισσα ώρα 23:59 | Πανάκι ξεδιπλωμένο | 5 ανάσες
Παρασκευή, Ιουνίου 09, 2006
Ό ν ε ι ρ α autobronzant
Μέρες καλοκαιρινής νοθείας...
Σε μια πόλη που ασφυκτιά, μ' έναν ουρανό που μουτρώνει και με τα ημερολόγια να μετράνε τριήμερο καμωμένο για τους πνευματικά κοπιάζοντες.
Θα μπορούσανε -τάχα- αυτοί που χάρη στο ταλαίπωρο πνεύμα τους παράγουν, να κάτσουν τώρα να ονειρευτούν καλοκαίρια χρωματιστά;

Με καπέλλα και φουλάρια, με σανδάλια και μπεζ βερμούδες, καλοκαίρια που σκορπάνε στο χρόνο αφήνοντας πίσω τους κουνημένες φωτογραφίες και φύκια ξερά...
Μεθυσμένα ξενύχτια, παγωμένα φραπεδάκια, θύμησες μακρινές και κοντινές, παρούσες πινελιές που ακόμα δεν άρχισαν να ξεθωριάζουν.


Τριήμερο στα ημερολόγια, ε;
Γυαλιά μεγάλα και γρήγορα να χωθούμε στην άμμο που θα μας δεχθεί μητρικά.Τουλάχιστον εδώ, στη θηλυκή Κρήτη, που λογίζεται για μήτρα ζωοδόχος...
Έι, εσείς, οι Αθηναίοι... Γρήγορα να εγκαταλείψετε την πόλη που, πρώτη εκείνη σας εγκατέλειψε.Γιατί οι μυρωδιές έρχονται και φεύγουν, περνούν και χάνονται και παραμένουμε άοσμοι.Κοιτάζοντας μονάχα κυτταρίτιδα σ' ένα κορμί που έμαθε καλά πως πρέπει να μαυρίζει απ' τον Ιούνιο με autobronzant, που ξέρει πως να καλύπτει έντεχνα τις ατέλειες,όλο και περισσότερες κάθε χρόνο, που δεν ξέμαθε -ευτυχώς- να βουλιάζει στην άμμο, να αφήνεται στο μπλε, να γίνεται θάλασσα...
Η θάλασσα, σαν ζητούμενο... Όλο να φεύγει. Κι η ζωή, ίδια θάλασσα, φυλακισμένη σε autobrozant κορμιά, λες κι αποκόπηκε απ' την πηγή της.

Η θάλασσα! Κι οι ήλιοι κι η ζωή. Εκεί έξω.
Κι εδώ μέσα, τα κορμιά μας τα λυγισμένα. Burnout το λένε οι γνωρίζοντες.
Εξάντληση πάει να πεί. Μέσα-έξω.
Στεγνή ζωή, θα την πω. Χωρίς θάλασσα, χωρίς υγρασία.
Κάπου έβρεξε σήμερα. Ξαφνικές μπόρες στην παραλία, ε; Άμμος που ξερνάει δροσιά, που αχόρταγα καταπίνει. Να μην στερέψει η θερινή υγρασία, όχι. Να μην στεγνώσουν οι ζωές μας. Να βρέξουμε το κορμί μας που αγκομαχά, να πλύνουμε τα σημάδια του.
Τι; Δεν είναι ώρα για βουτιά; Δεν έχεις το κουράγιο;
Έλα...
Έλα να φύγουμε, το τριήμερο του Αγίου Πνεύματος.

Χωρίς πνεύμα.
Μόνο με αισθήσεις δεκτικές.
Μόνο με καρδιά.
Και... που 'σαι; Πάρε μαζί κι εκείνο το autobronzant. Που ξέρεις; Μπορεί να φύγουν οι ήλιοι και να βρέξει...

Η ζωγραφιά -ενός πενταλέπτου δουλειά-, είναι της Ελένης, των "καλλιτεχνικών"... Και των ήλιων μαζί, που βουτάνε σε ψυχές, σε λαχτάρες, σε προσμονές, σε ιδρωμένα βλέμματα, μα... ποτέ σε πνεύματα που καμώνονται τα φωτισμένα...

 
Σάλπαρε η Καπετάνισσα ώρα 18:47 | Πανάκι ξεδιπλωμένο | 0 ανάσες
Τρίτη, Ιουνίου 06, 2006
Πήραμε θάρρητα...
Λέξεις ανάκατες, ατίθασες, προκλητικές που ο καθένας τις ορίζει και τις νιώθει αλλιώτικα.
Λέξεις που στοιχειώνουν τον ύπνο μας, λέξεις που μας παίρνουν στο κατόπι κάτι φεγγαρόπιοτες βραδιές ή κάτι λιακάδες θανατερές.
Λέξεις βουτηγμένες σε μια απρόσμενη ομίχλη. Πότε κοφτερές, πότε ν' αγωνιούν ν' ανοίξουνε φτερά για ξάστερα ουράνια.
Λέξεις ανθισμένες... να' ναι αυτές που θα σκορπίσουν στη μέρα, στη νύχτα, στη ζωή...

Κι ο Ιπποκράτης, φίλος απ' τη γειτονιά, συναινεί- ή αντιλέγει(;):

"Ορθώς! Ορθότατα!! Οι λέξεις περιέχουν έξεις, κυριολεκτικώς & μεταφορικώς!
Το τραγικό -αλλά και πόσο κωμικό ταυτοχρόνως- με εμένα είναι ότι λέξεις & έξεις τείνουν να γίνονται όλο και περισσότερο συνειδητές. Μαθαίνοντας από μικρός να αγαπώ τις λέξεις αλλά και γι' αυτό το λόγο να τις επιλέγω, έχω πλέον μάθει να επιλέγω και τις έξεις μου.
Φαινόμενο ψυχαναλυτικού -αν όχι νευρολογικού- ενδιαφέροντος.
Έχει βλέπεις και άλλη ανάγνωση, ανάποδη: Όσο μαθαίνεις το λόγο τόσο περισσότερο αδυνατείς να επικοινωνήσεις με το περιβάλλον σου! Όσο περισσότερο αδυνατείς να επικοινωνήσεις με το περιβάλλον σου, τόσο περισσότερο επιλέγεις τις έξεις σου δηλαδή εμμένεις σε αυτές!
Αν θέλεις & μπορείς πράξε αλλοιώς!
Η λαϊκή παράδοση έχει μερικά γνωμικά -παροιμίες αν θέλεις- γι' αυτές τις περιπτώσεις:
- Όσα δεν πιάνει η αλεπού τα κάνει κρεμαστάρια!
- Με το μυαλό μου γίνομαι βασιλιάς!
- Όλοι μαζί αντάμα και ο "ψωριάρης" χώρια!
Μάλλον οι απλοί άνθρωποι -οι αγράμματοι αλλά όχι αμαθείς- έχουν περισσότερο από όλους την αίσθηση του τραγικού και του κωμικού, πόσο μακριά και πόσο κοντά είναι ταυτοχρόνως. Λες και πρόκειται για τις δύο άκρες ενός κύκλου...


Μα εγώ δεν ξέρω άλλο πράμα-που λέμε στην Κρήτη- παρά να πω πως...

Καράβι κάνω την καρδιά
την πεθυμιά κατάρτι
και βάζω σίγουρο πανί
τον νου μου τον αντάρτη...

Κι οι λέξεις μου αγέρας και λίβας πνιγερός και λιακάδα λιγωτική και πέλαγο π' ανοίγει.

Κι οι έξεις μου άμμος βαριά να κυλιστώ, φουρτούνα για να πέσω...
 
Σάλπαρε η Καπετάνισσα ώρα 00:14 | Πανάκι ξεδιπλωμένο | 0 ανάσες
Παρασκευή, Ιουνίου 02, 2006
Κ α λ ω σ ο ρ ί σ μ α τ α
Kαλωσορίσματα καλοκαιρινά... Ιδρωμένα. Αφημένα έτσι σκόρπια, παράταιρα -θαρρείς-, σε γειτονιές καλωδίων, ταχυτήτων, κόσμων αταίριαστων και κόσμων που απρόσμενα σμίγουν.


Καλώς ήρθα- θα πω. Μαζί με το πανάκι μου, το λευκό κι αλήτικο, μαζί και με τις λέξεις μου, τις έξεις μου, βρεγμένες, θαλασσοδαρμένες, πολυταξιδεμένες, ηλιοκαμμένες.

Ήρθα καλοκαιριάτικα, μαζί με γεύσεις, μνήμες, εικόνες, ήχους, μυρωδιές και χρώματα.
Από αλλιώτικα καλοκαίρια.
Των νησιών, της πόλης, της εξοχής, της εξερεύνησης, της ραστώνης...
Της κουπαστής του πλοίου, της ηλιοψημμένης αλμύρας, του σκιερού καφενέ, του αφρού της μπύρας που ξαπλώνει στα χείλη, του λαδερού φαγητού που μοσχοβολάει μυρωδικά, του καρπουζιού που ξεδιψάει λυτρωτικά, της εκδρομής που δεν φοράει ρολόι.
Της βρεγμμένης άμμου, του αλήτη γλάρου, του ασβεστοβαμμένου τοίχου και του γενναιόδωρου μπλέ, του βράχου και του κύματος, της βάρκας και της πετονιάς, της Ελλάδας που σηκώνει πανάκι λευκό, της Κρήτης που ξέχασε τις άγκυρες και πάει...

Το καλοκαίρι είναι εδώ! Κι η παρουσία του φωνάζει...
Καλοκαίρι της ξυπολησιάς, της ελευθερίας, της βεγγέρας, του χρυσοκόκκινου δειλινού, της νωχελικής ανάγνωσης, της "στρωματσάδας" στα μπαλκόνια, των εφηβικών ερώτων, των υποβρύχιων -και άλλων- αναζητήσεων...

Το καλοκαίρι και η σημειολογία του.
Μέσα απ' όσα ζούμε, νιώθουμε, αντικρύζουμε.
Μέσα από μνήμες και προσμονές.

Καλοκαίρι, Χαίρε!
 
Σάλπαρε η Καπετάνισσα ώρα 15:55 | Πανάκι ξεδιπλωμένο | 0 ανάσες


Layout design by Pannasmontata


©
Creative Commons License
Page copy protected against web site content infringement by Copyscape