Παρασκευή, Ιουνίου 23, 2006
Και φωτιές ανάβανε στους απάνω δρόμους, τ' Άι-Γιάννη θα 'τανε θαρρώ...
Του Κλήδονα απόψε. Πηδούν τα πιτσιρίκια τις φωτιές-λέει-. Τουλάχιστον σε τόπους που φυσούν ακόμα άνεμοι απ'τα περασμένα. Και τραγουδούν οι κοπελλιές με προσδοκίες ερωτοθρεμμένες και προσμένουν οι έφηβοι με πόθους ερωτοπλάνταχτους...
Και φέρνουνε κι αρώματα λογιών-λογιών και μαντινάδες μοσχομύριστες:

Κλειδώσετε τη στάμνα μας μ’ ένα χρυσό κλειδάκι,
βγάλτε τη ν’ αστρονομιστεί στ’ άστρα, στο φεγγαράκι.

Τ’ άστρα να βάλουν δύναμη και το φεγγάρι μάγια
και το τραγούδι τση νυχθιάς να βάλει η κουκουβάγια.

Κι αύριο τ’ αποσπέριδο, π’ ο κλήδονας θ’ ανοίξει,
θ’ ακούσομε τη μοιρα μας ίντα θα μας ε-ρίξει.

Κλειδώσετε τον κλήδονα στου φεγγαριού τη χάρη,
να πάρει ο νιος την κοπελιά κι εγώ το παλληκάρι…

Κι ο Σεφέρης αντιφεγγίζει:

Η μοίρα μας, χυμένο μολύβι, δεν μπορεί ν' αλλάξει
δεν μπορεί να γίνει τίποτε.
Έχυσαν το μολύβι μέσα στο νερό κάτω από τ' αστέρια κι ας ανάβουν οι φωτιές.

Αν μείνεις γυμνή μπροστά στον καθρέφτη τα μεσάνυχτα βλέπεις
βλέπεις τον άνθρωπο να περνά στο βάθος του καθρέφτη
τον άνθρωπο μέσα στη μοίρα σου που κυβερνά το κορμί σου,
μέσα στη μοναξιά και στη σιωπή τον άνθρωπο
της μοναξιάς και της σιωπής
κι ας ανάβουν οι φωτιές.

Την ώρα που τέλειωσε ή μέρα και δεν άρχισε ή άλλη
την ώρα που κόπηκε ο καιρός
εκείνον που από τώρα και πριν από την αρχή κυβερνούσε το κορμί σου
πρέπει να τον εύρεις
πρέπει να τον ζητήσεις για να τον εύρει τουλάχιστο
κάποιος άλλος, όταν θα 'χεις πεθάνει.

Είναι τα παιδιά που ανάβουν τις φωτιές και φωνάζουν μπροστά στις φλόγες μέσα στή ζεστή νύχτα
(Μήπως έγινε ποτές φωτιά που να μην την άναψε κάποιο παιδί, ω Ηρόστρατε)
και ρίχνουν αλάτι μέσα στις φλόγες για να πλαταγίζουν
(Πόσο παράξενα μας κοιτάζουν ξαφνικά τα σπίτια, τα χωνευτήρια των ανθρώπων, σαν τα χαϊδέψει κάποια
ανταύγεια).

Μα εσύ πού γνώρισες τη χάρη τις πέτρας πάνω στο θαλασσόδαρτο βράχο
το βράδυ που έπεσε ή γαλήνη
άκουσες από μακριά την ανθρώπινη φωνή της μοναξιάς και της σιωπής
μέσα στο κορμί σου
τη νύχτα εκείνη του Αι-Γιάννη
όταν έσβησαν όλες οι φωτιές
και μελέτησες τη στάχτη κάτω από τ' αστέρια.

Λονδίνο, Ιούλιος 1932



Φλογίζονται-τάχα- οι μνήμες;
Ή καψαλιασμένες έρχονται;

(Αν ήτανε να φέρνανε τ' αθάνατο νερό...)
 
Σάλπαρε η Καπετάνισσα ώρα 19:05 | Πανάκι ξεδιπλωμένο |


2 Ανάσες:




Layout design by Pannasmontata


©
Creative Commons License
Page copy protected against web site content infringement by Copyscape