
Λέει ο Σωκράτης, λέει, παραμιλά και τραγουδά μαζί, ρέουνε κι οι στίχοι του ποιηταρά του Άλκη Αλκαίου, κι όλης της γης οι αγριεμένοι και ματωμένοι μαζί ούτε που ξεπλένουν τα βλέφαρα να μπει εντός το φως της μέρας.
Οι μυρωδιές της νυχτιάς εισβολή βάρβαρη στα ρουθούνια, μέθη ανάκατη με σάρκα που κολυμπάει σ' επιθυμίες, τις ρουφάει και τις αναδύει, τις αντιμάχεται και τους παραδίδεται, κυλιέται σ' ό,τι ανώφελα αρνείται.
Νύχτες. Και φεγγάρια μακριά, στο σύμπαν. Και κοντά, σε πρόσωπα. Σε μάτια θολά, σε χείλη που χάνονται στις παλάμες, σε γόνατα που κρατιούνται μη προδοθούν, σε κλειδώσεις που τρίβονται αμήχανα στο τραπέζι.
Για τις αγάπες μας τις φευγαλέες θέλω ν' αρθρώσω εικόνα. Τους έρωτες τους βιαστικούς, τους αγχωμένους, τους αμήχανους, τους εκ των προτέρων τελειωμένους. Της νύχτας σμιξίματα, ν' αναγνωρίσεις, να γευτείς, ν' αρπάξεις. Δίχως χρωστούμενα, χωρίς αναφορές σε χρόνους, σε τόπους, σε μνήμες και σε όρκους.
Λύτρωση. Για της νιότης τη λαιμαργία και τη βιασύνη ν' ανιχνεύσει τη ζωή, τη σάρκα, τη χαρά, το μεγαλείο να 'σαι μες στον άλλον και να καταβροχθίζεις γη και ουρανό, να βουτάς σε θάλασσες πλημμύρα και να ξέρεις πως θα 'ναι για τώρα. Για τη στιγμή. Για το θάμα της.
Πνοή ανεμπόδιστη, κρυστάλλινη και για άλλες ηλικίες. Που θέλουν να δοθούν στην ένταση που'χει ένα άγγιγμα ξένο, στη χαρτογράφηση μιας γης γι αυτούς απάτητης, σε ταξίδεμα άγονης γραμμής, μακρινής, απρόσμενης, φέγγος αχνό στον ορίζοντα.
Νύχτες σ' ανήξερες αγκαλιές. Με ζωώδη ορμή, με λύσσα, που δε χαρίστηκε στις γνώριμες. Και η ανάγκη να ξεγυμνωθείς εντός, να κομματιάσεις σάρκες -τις δικές σου πρώτα-, να φτύσεις κατάμουτρα τον έρωτα εξευτελίζοντας ό,τι άλλοτε σ' άγιασε, να υψωθείς ανατρέποντας γραβατωμένες ηθικές, ν' αφουγκραστείς τ' αμίλητα, ξορκίζοντάς τα.
Ο Διόνυσος να παραμονεύει και συ, ω! Μακροβούτι στη ζωή, να παγιδέψεις το χρόνο μια φορά, έστω, να πυρποληθούν τα κύτταρα, απείθαρχα, άτσαλα, άναρχα, μες σε αρχέγονο λυγμό που απαιτεί, που τρέχει ποτάμι, που γίνεται κραυγή, που ανοίγει τα σωθικά να κοινωνήσουν έρωτα πρωτόγονο, όμοια αλήθεια.
Το εφικτό και το ανέφικτο, τα ανικανοποίητα κι οι ουτοπίες, δειλά ψιθυρίσματα, αλλού ν' αλμυρίζουν. Μες στο δωμάτιο αυτό, το σκοτεινό, δυό πλάσματα, δυό κορμιά, προσφέρονται καννιβαλικά σ' έρωτα παράδοσης κορυφαίας, που 'ναι πιο αληθινός κι από συντροφικές πορείες χρόνων.
Ξένοι και ξεγυμνωμένοι μαζί. Τις ώρες που καταπίνει ο ένας τον άλλον και νιώθεις ότι κάθε ικμάδα της ύπαρξής σου δίδεται στον εραστή, την ερωμένη αντίστοιχα, μες σε μια αφαίμαξη απολαυστική, απογειωτική, παράξενα οικεία.
Και μετά, μες στην αμηχανία ενός τέλους προαναγγελθέντος, παλεύεις να στήσεις τα μέλη σου, να μαζέψεις τα λόγια που αγρίεψε το πάθος και να στρέψεις το βλέμμα από κείνον τον δοξασμένο ορίζοντα των επιθυμιών σου. Λιγότερο ψυχωμένος απ' ότι περίμενες λες να χειριστείς κομψά, άλλοτε άτσαλα κι εγωκεντρικά, το δεδομένο: χαιρετισμός γρήγορος, όχι πολλά-πολλά, ούτε και χοντροκοπιές όμως.
"Οι πιο μεγάλες αγάπες μου είναι της μιας νύχτας", λόγια αιωρούμενα, πλάτωμα να σταθούν τα ξέμπαρκα φιλιά. Γίνεται;
"Πόσες βλακείες είπα για να ξεμπερδέψω", η ομολογία σπαθί του Μίλτου Πασχαλίδη...
Άλλος αγαπημένος δημιουργός να πετάει σαϊτιές θανατηφόρες μες στη νύχτα.
Που λες, μες σ' όλο το προφανές και το ξεκάθαρο του πράγματος (είπαμε, πιό αληθινό κι από τα τάχα μου αληθινά), νιώθεις αξεδίψαστος. Και πετρωμένος. Στεγνός. Απομυζάται τ' όνειρο σε λαχανιασμένες ανάσες και στέρφες αγκαλιές.
Είναι σαν τα
"κορίτσια της συγγνώμης" που -χαρακιά κι αυτή!- έβγαλαν τα Κατσιμιχάκια χρόνια πριν, σε μελωδική απολογία. Και τούτος ο στίχος, κομμάτι γης για να μισέψεις:
Ένας γελοίος παρλαπίπας κοκοράκος
που όπου με παίρνει και μένα κοκορεύομαι
Ένας χαζός και ζαλισμένος ανθρωπάκος
μες του φαλλού μου το φολκλόρ να κοροϊδεύομαι...
Τρέχουνε οι μέσα δαίμονες με το ηλιόφως που άγρια τους τυφλώνει. Δρόμο. Μια καλημέρα μέσα από τα δόντια, ούτε καν καφές. Λόγια και ρούχα κουβάρια στο πάτωμα. Σχισμένες στιγμές, ξέφτια μες στη σκόνη. Όχι συνδέσεις, όχι συνομιλίες. Όχι σε όποιο συν.
Μέρα. Οι δρόμοι γέμισαν έξω. Μέσα;
Τσαλακωμένα σεντόνια και μπερδεμένα μαλλιά. Αμυχές στο δέρμα. Νυχιές και χάδια αξεχώριστα. Αέρας να πέσει πάνω. Λίγο. Κι έπειτα κάλμα τα νερά. Να καταπιώ μια ανάσα. Και ν' ακούσω Σωκράτη. Ξανά.
Ψυχή που δεν αμάρτησε, ποτέ της δεν αγιάζει...