
Τέλος ο Γενάρης, αρχή ταξιδιού σε χώρους και χρόνους αλλοτινούς.
Γύρω ανάσες που κοπιάζουν τον καιρό και μας φέρνουν στο διάβα του βράχου. Αγιασμένος απ’ τα νερά, δαιμονισμένος απ’ τα κορμιά π’ αντήχησαν στα σπλάχνα του.Κρεμασμένο πάνω μου το βλέμμα σου να με τρυπά, να μ’ ακολουθεί καθώς περνώ τη μικρή λουρίδα στεριάς κι ανηφορίζω στο γλείψιμο της θάλασσας προς τη πύλη. Ανάκατη, υγρή στιγμή, να σαλιώνω τον καιρό με το διάβα του ανέμου. Όλα τα στοιχειά καταπάνω μας κι η νύχτα μέγας δικαστής. Ωκεανοί στους ουρανούς, σύννεφα στα χώματα. Εσύ, εγώ κι η φουσκοθαλασσιά.
Ο βράχος της Μονεμβασιάς μισάνοιχτο κοχύλι που αφορίζει τους καιρούς στο πέρασμα της θάλασσας, τα τείχη ξέχειλο παράθυρο του Μεσαίωνα στα μάτια σου. Αφήνεις με το δάκρυσμα του ανέμου παλιές αναμνήσεις να στάξουνε θολά χρώματα στην αγριάδα της πέτρας. Συναπαντάς τη ματιά μου πριν από εμένα. Μυρίζεις γογγύζοντας τη γυναίκα που φαντάστηκες μέσα από το βλέμμα μου. Το βήμα της σάρκας υπαρκτό, λεπίδα στο σεληνόφως, αστράφτει και διεκδικεί. Σκάβει η αγωνία τη σάρκα, νοτίζονται τα χείλη μ’ εκείνη την αλμυρή, βαριά γεύση, ίδια θάλασσα που θρυμματίζει την υγρασία της πάνω σε προαιώνιους βράχους.
Πρώτο φιλί απ’ τα πρώτα. Βαθιά συναπαντήματα στοματικής βλέννης. Τα χέρια πασχίζουν να κουρσέψουν τα κορμιά. Λαίμαργα πρωταγγίγματα κι ο χρόνος δεσμεύει. Σιωπή. Χωρίζουμε με τα μάτια. Διαγράφεις ακροθωρίζοντας τους γοφούς μου, τα τόξα της παλιάς πύλης συνένοχοι. Οσμίζεσαι τους βαρθολίνιους μου μες τον άνεμο.
Αισθήσεις, πιο καθαρές κι απ’ τον ανοιχτό ορίζοντα, αναγνωριστικές κι ανέλπιστα σίγουρες.
Ένα κερασμένο κρασί στο βυζαντινό δρομάκι ενώ τα μάτια σου εκλιπαρούν τους ρώθωνες να σμιλεύσουν με την οσμή τους βοστρύχους μου.
Ένα και μόνο βράδυ στα Κελάρια, πάνω από τη θάλασσα, στα τείχη. Κι η πανσέληνος πληροί με φως το μοναστηρίσιο φεγγίτη.
Εδώ αρχίζει ο κόσμος; Πες. Εδώ τελειώνει, ακούω το μουρμούρισμά σου.

Τα χείλη καταπίνουν δίψα. Το απαστράπτον ροδάλισμά τους σκανδαλίζει το γιόμα του φεγγαριού και το δικό μας τρέμουλο. Ρουφά τις αλήθειες μας ο βοριάς, τις μπασταρδεύει το ανεμόνερο της θάλασσας.
Κατάφωρα ευάλωτοι στη γύμνια μας, σπαρταράμε εντός μας. Σμίξιμο με κάθε σάρκινο τσαλάκωμα, κάθε αρμό και συνάμα γλίστρημα μακριά, μέσα στο έρεβος.
Ακραγγίγματα με χείλη και δάχτυλα μέχρι την ανελέητη κατάρρευση του πόθου μας. Κι ώσπου να μας απηυδήσουν οι σπασμοί της σάρκας, εξαγριώνουμε τα υπολείμματα της ερωτικής μέθης ξανά και ξανά. Μετρώ, ξαναμετρώ, χιλιόμετρα αφής, ίδια πορεία θανάτου. Απ’ το φίλτρο του έρωτα πάντα περνά ο θάνατος, ούτως η άλλως.
Πάνω στα τείχη, πάλεμα με τους καιρούς. Αφουγκράζεται τ’ άστρα η ψυχή και στραγγίζει στον άνεμο. Τρυπώνουμε στο παλιό μοναστηρίσιο δώμα κι ανοίγουμε δρόμο σ’ ό,τι λογίζεται για χάδι και στεναγμό, ατελείωτα, τυραννικά έως το χάραμα, δίχως δικαίωμα εισχώρησης, μέχρι το λύτρωμα της αυγής.
Ο έρωτας τότε αρχίζει.
Θρηνεί η αντάρα της θάλασσας όσες ψυχές αγίασαν και κολάστηκαν εκεί. Μνημονικό της η ορμή της φωτιάς που χυμάει εντός μας.
Απάνεμο όνειρο τα φιλιά μας, ωκεανός δίχως υπόσχεση στεριάς.
