
Στημένο μπαρ: χώρος τόσο προσωπικός και συνάμα τόσο συντροφικά μοναχικός.
Και μαζί μυρωδιά αλκοόλ να χαϊδολογεί τα ρουθούνια, διάφανη αιθάλη απ’ τα τασάκια να βάφει ασύδοτα το σκοτάδι. Απρόσμενη η αίσθηση, μα και γλυκιά. «Σε χώρο συναυλίας μπήκα;» Μουσική παράσταση πες. Μα, αν είναι να ονοματίσεις κάτι, βάλε σε σειρά τα γράμματα για να χωρέσουν οι αισθήσεις.
Να μεθύσουνε τη γραμματική.
Πέμη Ζούνη, Μίλτος Πασχαλίδης. Στο Ηράκλειο, βράδυ Κυριακής.
Μια εξαιρετική βραδιά σ’ έναν χώρο τέχνης, μόλις ένα τοιχίο από την αμμουδιά, μάτιση, ναι, που στο λεπτό ξηλώνει.
Νερό πηγής κρυστάλλινης οι μουσικές, ψιχάλες στη ψυχούλα, φιλί φευγαλέο στη νοσταλγία, ντύμα αιθέριο στην λίγο-ακόμα πανσέληνη νυχτιά. Και το πήγαιν-έλα του κύματος, άγιο οργανάκι, να σμίγει με τα σολ και τα φα σε αρμονία θεϊκή.
Τι ιδέα και τούτη! Θεατρίνα και τραγουδοποιός, είπανε να κοντοσιμώσουνε τον έρωτα, να σπρώξουνε στο χείλι λέξεις και νότες, να φεγγαρίσουνε χωρισμούς και σμιξίματα, ν’ απλώσουνε χέρι στα δικά τους, που ’ναι και δικά μας, που ’ναι τ’ ανθρώπου του ενός.
Δυό καλλιτέχνες, μια κρούστα να ροκανίζεται με τις χορδές, τις γουλιές, τις τζούρες και συ να εκστασιάζεσαι, ολότελα δοσμένος να μπουκώνεις απ’ τους χυμούς.
Τι να λέμε και τι να μαρτυράμε. Τραγούδια, ίδιο φως. Ο Μίλτος σε αναπάντεχα τολμήματα, Leonard Cohen, Nick Cave, R.E.M., άξιος και με ταμπεραμέντο θεατρίνου. Αγαπημένο παιδί της πόλης μια και ξόδεψε μπόλικα νιάτα εδώ, στο νότο, βρέθηκε σίγουρα μεταξύ φίλων. Και πάνω στη σκηνή, ταξιδευτής περπατημένων μουσικών τόπων, γεύτηκε ρόλους που ’ναι βιωμένοι, ναι, μπορεί σε μια παραλλαγή κι αλώνισε τα δώματα με τσιγάρο και ποτήρι στο χέρι και με βλέμμα βυθισμένο πολύ, σε έρωτα βαρύ και μόνο.
Σαν μπορούσε, ας τολμούσε τρικλοποδιές στη μοίρα του. Βαφτισμένη από νεράιδες που πρωτοδιδάξανε τι σημαίνει θηλυκό, η Πέμη Ζούνη δεν είναι απλή συμπόρευση σε κείμενου και πεντάγραμμου δρόμο.
Γυναίκα. Κεφαλαίο Γ; Δικαιωματικά. Και υπόκλιση ίσαμε τα χώματα.
Αιθέρας και δάδα πυρωμένη, κύμα θυμωμένο και γαλήνης ουρανός, όλα, ένα γειτόνεμα, να στέκεις αποχαυνωμένος.
Την τρέχανε τα μάτια μου με το φανελάκι το μακό και τη φούστα τη μακριά, την αέρινη και συλλογιζόμουνα ευθύς τ’ ανάποδα. Δηλαδή.
Τις κοπελλούδες που συναντώ τα βράδια στους φασαριόζικους δρόμους και στα λαμπυρίζοντα μπαρ της πόλης, όλες φωτοτυπίες βαρυπατημένες, με ξοδεμένο μελάνι, να καμώνονται πως αποθήκευσαν συσσωρευμένη σεξουαλικότητα.
Φανερωμένα τ’ αφανέρωτα πάνω-κάτω, μπούστο ζορισμένο να χύνονται τα στήθη, να φτάνει τ’ αυλάκι το λαιμό, σορτς μες στη νύχτα και μες στις υποσχέσεις για τα όσα θα μαρτυρήσει με την πρώτη «άτσαλη» κίνηση, έντονο περίγραμμα στα χείλη και βλέμμα ηδυπαθές, προβαρισμένο για ώρα στον καθρέφτη του μπάνιου κι η φτήνια, στον πάγκο πάνω. Με ντελάλη.
Γελοιότητες. Ναυτίες στεριανές.

Δε χορταίνεται που λες η Γυναίκα. Η Πέμη που υμνεί τον έρωτα μόνο που αρθρώνει λόγο, που απογειώνει τη θηλυκότητα κάθε που ανοίγει βήμα, που τραγουδά τη ζωή, την αγάπη, την ηδονή και τη θλίψη, τη γυναίκα μέσα σ’ όλα αυτά, κάνοντας τ' άστρα και τη ψυχή και το χρόνο και τα φεγγαροκοιτάγματα να συστοιχούνται, να ορίζουν τη στιγμή.
Δοξαστικό του έρωτα ο λόγος. Έμμετρος και μη.
Ω, πόσα δεν είπαν!
Είδα σκιές του παρελθόντος να παλιννοστούν, να λικνίζονται, ν’ αναζητούν, να διεκδικούν ξανά πατρίδα, να ξεχειλώνουν τα περιθώρια.
Αγάπες που ζήσαμε, στιγμές έντασης στη σάρκα, στ’ άγγιγμα, στο χωρισμό.
«Τα τραγούδια έχουν πολλούς δρόμους για να χαθείς», έλεγε η Πέμη. «Όχι, όχι, τα τραγούδια είναι ο μόνος δρόμος για να χαθείς. Μπαίνεις στο αυτοκίνητο, ακούς ένα τραγούδι που χυμάει στη ψυχή σου και κόβεις ταχύτητα να μη το μουτζουρώσεις. Είναι και τα βιβλία, ναι. Μόνο που στα βιβλία, μπορείς να ξεγλυστρήσεις. Να πεις, αυτή η παράγραφος είναι για μένα, μιλά για τη ζωή μου. Η άλλη, ε, είναι ξένη, άσχετη. Μιλάει π.χ. για τον καιρό στην Αλαμπάμα. Ποιος νοιάζεται για τον καιρό στην Αλαμπάμα; Κι η σκέψη ξεγελιέται και τραβά αλλού».
Σιγά μη κρυφτούμε απ’ τα τραγούδια που μας χαρακώνουν στο λεπτό. Θύελλα. Στο δόξα πατρί. Κάθε αντίσταση ακυρωμένη. Εκτεθειμένοι πολλαπλώς. Και δίχως σωτηρία. Να καμωθεί τον ογκόλιθο ο θνητός; Αφού εκεί, σ’ αυτά που ΄ναι αναπάντεχα, ανυποψίαστα και σ’ αυτά που απ’ τα χείλη μας ξεφεύγουνε, ειν’ της ψυχής το άλφα. Κι όσο και να ’ναι το ύψος τ’ ανθρώπου, όλα τούτα, θεόρατα στοιχειά.

τόση ζωή σε φτάνει
ρόδο π' ανθεί πολύ καιρό
την μυρωδιά του χάνει
Είπε ο Μίλτος τη μαντινάδα τη γνωστή, στην Πέμη. Που ήτανε κι αγάπη εφηβική, τρεμάμενη –στους ρόλους μέσα- κι αγέρας νοτισμένος στη ψυχή του την άμαθη και δεν είχε άλλο να της πει παρά τετράστιχο σοφό. Χιλιοραγισμένο.
Κι άρχισαν να σουλατσάρουνε τριγύρω χωρισμοί και λόγια πόνου που ποτέ δεν μπαγιατεύουνε και πόθοι ματωμένοι κι ανάγκες κι όνειρα και δάκρυα που μοιάζουνε στο τσακ.
Αστερωμένες οι αισθήσεις κι η ψυχή μήλο δαγκωμένο μα ακόμα κόκκινο, βρήκανε δρόμο να ανασάνουνε βαθιά.
Ρίγη μαζεμένα κάτσανε στο δέρμα για δίωρο σχεδόν.
Ελεήμων ο χρόνος σκαρφάλωσε στ’ άστρα τα λιγοστά, ξεχάστηκε, απόμεινε εκεί, χαζεμένος απ’ τα μάγια της βραδιάς. Μια στιγμή σαν αστραπή στάθηκε να στυλωθεί στη θωριά του φεγγαριού κι έκλεισε μάτι σ’ ανώφελες γκρίνιες.
«Κανείς δεν είναι μαζί, κανείς με κανέναν», μαχαίρωσε η Πέμη με το λόγο της Μαργαρίτας Γκωτιέ.
Γνώση. Με ψυχή αδελφωμένη όμως.
Έχωσα στην τσέπη τη φράση και τη μασουλούσα για ώρα στο δρόμο της επιστροφής.

Οι φωτογραφίες, εκτός την τελευταία, από το deniantart.com)