'Η μήπως, έβγαλε βρώμα η ιστορία ότι ξοφλήσαμε; Άλλαξαν τ' ανεμολόγια, λες;

Το συλλογιζόμουν με την προηγούμενη κουβέντα περί "άνυδρων καιρών", απέναντι στους οποίους έτσι... τιμής ένεκεν, έβαλα να σταθούν κάτι ανθισμένα χρόνια.
"Ευλογημένες γενιές", ακούω και μου φωνάζουν κάτι πεισματάρηδες μεσήλικες με κοτσίδα.
"Καλά! Πάρτε αγκαλιά την νοσταλγία σας, νανουρίστε την, χαϊδολογήστε την, κανακέψτε την όσο αντέχουν οι μελό διαθέσεις σας και μετά, αν θυμηθείτε, δείτε και κανά ημερολόγιο", καγχάζουν κάτι φρέσκες, ολόδροσες φωνές.
Κατά βάθος βέβαια, οι νέες γενιές να μας βλέπουν με συγκατάβαση.
Είναι αυτοδικαιωμένα τα αισθήματά μας -μαζικά αισθήματα γι αυτή τη γενιά- αλλά και οι πλάνες μας -πλάνες λαϊκές-.
Μα, σκέψου τώρα! Ιδρωμένες ανάσες σ' εκείνες τις αλησμόνητες καρακιτσάτες ντίσκο, απαύγασμα αισθητικής, με τα εκτυφλωτικά φωτορυθμικά και τα αστραφτερά λαμπιόνια. Ή πάλι, σε κάποιο πάρτι - ο φίλος μιας φίλης έχει έναν φίλο που κάπου, σ' ένα σπίτι... - από κείνα τα ασυναγώνιστα, τα χιλιοπαινεμένα πάρτι, όπου ξεδιπλώναμε τα απαρηγόρητα ερωτικά μας βράδια φαντασιώνοντας το αγόρι απέναντι, που δεν κάνει και μια κίνηση να πάρει η ευχή!
Τι βραδιές! Θάλασσα το άγχος για μας τα κορίτσια, μην τυχόν και παραβούμε το όριο της ώρας (δεσποτικοί μπαμπάδες που άραγε, τι γεύθηκαν από τη λειψή, καλοκουρδισμένη ζωή τους) και κάπου εκεί, λίγο πριν, λίγο μετά τα μπλουζ, τρεμάμενα δάχτυλα να ψαχουλεύουν κάτω απ' τη φούστα. Από που πάνε για τον παράδεισο; Η κίνηση η ηρωική! Κι εμείς; Μες στη γλύκα της αμάθειας. Να 'χουμε μυθοποιήσει το αντρικό όργανο, να σπαρταράμε στην ιδέα της θέας του, να ματώνουμε τα χείλη σβήνοντας τον πανικό. Ενοχές και ντροπές κι απορίες και τα βλέφαρα χαμηλωμένα και το καρδιοχτύπι καλπασμός στο άγνωστο. Βερμούτ κι ένα τσιγάρο ν’ απασχολεί τα δάχτυλα...
Έτσι ακριβώς. Κι ανάποδα, για τ' αγόρια, από την άλλη μεριά του καθρέφτη της Αλίκης:
Όλο ψου-ψου-ψου με τις φίλες της και χαζογελάκια, καθόλου δεν κοιτάει, τι να πάω, να φάω χλάπα; Κι ύστερα, λες να είμαι πολύ σύντομος και να μην προλάβει; Ή μήπως αργήσω πολύ και σκυλοβαρεθεί; Πρέπει δυνατά; Ή τρυφερά; Ολόκληρο ή λίγο;
Ααχ, να ‘χα πάει σαν τον Μάκη σ’ εκείνο το σπίτι κάτι θα ήξερα παραπάνω... Τώρα μόνο ότι έχω δει στις τσόντες. Κι αυτό το "οργασμός" τους πάλι, τι είναι; Πού πάει η γη όταν φεύγει από τα πόδια τους; Να μπορούσα να την στείλω εκεί τη γη με άλλον τρόπο να χω το κεφάλι μου ήσυχο; Μην πλακώσει και κανένας μπαμπάς στα ξαφνικά και τρέχουμε…
Μπαμπάδες! Φαντάζομαι γεύθηκαν τη χαρά του ηδονοφύλακα, φρόντισαν να μην απολαμβάνει κανείς, ώστε να μειώνεται το άγχος της δικής τους στέρησης.
Αναπόφευκτα λοιπόν, σκέφτομαι τα σημερινά παιδιά. Το φανέρωσα κι απ' τους "άνυδρους καιρούς", πως δεν είμαι τόσο αισόδοξη γι αυτούς.
Απόκοψαν το σεξ από τον έρωτα - εντάξει. Κατάλαβαν ότι θέλει πολλούς συντρόφους η πληρότητα, άλλος έχει την τεχνική, άλλος το συναίσθημα, άλλος την γεννήτρια επιθυμίας - εντάξει.
Δεν υπάρχουν φύλα, υπάρχουν ρόλοι - εντάξει. Αλλά έγινε τούτο από μια τάση πανηδονισμού; Ή από φόβο μην τυχόν και ξυστεί η επιφάνεια κι αναγκαστούν να διαχειριστούν το όποιο βάθος των πραγμάτων;
Τουλάχιστον εμείς προλάβαμε και γράψαμε "We are on a road to nowhere, come on inside…" και κάναμε την απόγνωση γιορτή!
εγώ θα έλεγα γενιές που είχαν σκοπό και ελπίδα... που περίμεναν!