Δευτέρα, Δεκεμβρίου 31, 2007
Στο νιό φεγγάρι

Στις νιογέννητες φεγγαράδες πίνω απόψε.
Σ' ό,τι χρόνια παραμονεύει και, φοβισμένο απ' τη ζωή, πισωπατεί και βουβαίνεται.
Μα να δεις που φέτος θα'ρθει.
Ίδιο φεγγάρι, ναι.
Δίχως σχήμα και μορφή θα πέσει στα χέρια μας μέσα.
Και θα στάζει κείνα που χρόνια μας αρνείται τ΄όνειρο, κείνα που με τα δάχτυλα, θα κάνουμε Αρχή.

Μπαγιάτικα ευχολόγια όλα τούτα λες; Μα πως αλλιώς... Δίχως αχτίδα, χωρίς άστρι, μ' αποφέγγαρο λειψό;

Ζωντανή εντός η πίστη. Το βαθύ χρώμα της ελπίδας που αποζητάμε για ν' ακουμπάμε, ν' ανασαίνουμε.
Γι αυτό συνεχίζουμε να ευχόμαστε.
Για να τ' ακούμε πρώτα εμείς, οι ίδιοι.
Να θεριεύει μέσα μας το φως. Κι η ψυχή ολόλευκη, παιδούλα που ξαναζεί τη ζωή απ' την πρωταρχή της.

Μακάρι να κατορθώσουμε, τούτη τη χρονιά, να συγκεντρώσουμε ακοή και όραση εντός μας. Να 'χουμε τη ικανότητα -πιά-, ν' ακούμε τις πραγματικές αναζητήσεις της ψυχής και τον κόσμο που απλώνεται εκεί μέσα.

Και να 'ναι η αγάπη μας γυμνή, εντελώς.
Ξεσκέπαστη να τη δίνουμε, δίχως προϋποθέσεις, χωρίς κρατούμενα κι αναφορές.


Όλα τα Ωραία, μέσα ατην νέα χρονιά.
Κι η αγάπη, το'παμε, πρωτομαστόρισσα.

Κι οι αστροευχές του Νότου να πέφτουν σα φιλιά από τα χείλη:


Για την καινούργια τη χρονιά
Ό,τι ποθείς ν’ αδράξεις
Σαν καραβάκι σε γιαλό
Απάνεμο ν΄ αράξεις
Μες στο χειμώνα να φορείς
Λουλούδι στα μαλλιά σου
Για να κλουθούν νεράιδες
Σιμά στα βήματά σου


Ω, μα δε χορταίνεται η ζωή!
Ούτε οι άνθρωποι... Ευτυχώς, μήτε οι μουσικές τους.
Δώρο γλυκομιλημένο, οι Μαντινάδες της Γιορτής!
 
Σάλπαρε η Καπετάνισσα ώρα 21:56 | Πανάκι ξεδιπλωμένο | 46 ανάσες
Κυριακή, Δεκεμβρίου 16, 2007
Η άλλη στιγμή

«Να βρεθούμε κάποια στιγμή, ε; Χαθήκαμε βρε παιδί μου, χαθήκαμε... Σήμερα; Μα ναι, αν προλάβουμε• ξέρεις τώρα πόσα τρέχουν… Να σου πω, αν νομίζεις ότι οι συνθήκες θα είναι καλύτερες κάποια άλλη φορά..»

«Για μιαν άλλη φορά, θα μιλήσουμε μιαν άλλη φορά, που θα έχουμε ζήσει
τούτη. Ναι; Ναι.»

Το ’παμε. Δηλαδή το λέμε. Ζωή στον ενεστώτα. Λείπουμε απ’ αυτό που ζούμε το πήρες χαμπάρι; Δεν είμαστε μέσα στο βίωμά μας. Απ’ έξω, παρατηρητές, θεατές, απειλούμε τη στιγμή κυνηγώντας την άλλη• την επόμενη. Βάζουμε τις στιγμές να συνωμοτήσουν -εν γνώσει μας αλίμονο!-, να σμίξουν σ΄ έναν αθέατο χρόνο αφήνοντας ξεκρέμαστο το τώρα, θολώνοντας το κουτσαμένο μετά.

Αν, ίσως, μάλλον, μπορεί, πιθανόν, ποιος ξέρει… Αναβολές, πισωπατήματα, μεταθέσεις, ακυρώσεις, ματαιώσεις. Από κοντά και οι λαχτάρες, τα ταραγμένα βήματα, οι βιαστικές βουτιές μέσα σε βλέμματα που πλέουν. Κι εκείνη η κούραση η βαριά, αρματωσιά ολάκερη από σκέψεις συμπιεσμένες, κινήσεις και πράξεις που «πρέπει», δάχτυλα που χτυπούν ανυπόμονα το τιμόνι, ρολόγια που αγριεύουν, φράσεις ανάπηρες, λαχανιασμένες -«μα που;», «αφού ξέρεις»- και βλέμματα αδειανά.
Που ΄ναι οι ματιές που κοιτάζουν σα να ’ναι να καταπιούν τη ζωή, που ’ναι;


Από το λίγο, προτιμώ το καθόλου, στο ’πα ποτέ;
Έστω, ας έχω τη σιωπή. Κείνη την κυοφορούσα, τη περίλαμπρη που ‘ρχεται σαν πάχνη πρωινού με τις δροσοσταλίδες της να καθίσει πάνω σ’ αυτά που ειπώθηκαν και μη• να τα σπρώξει να ριζοβολήσουν, να γίνουν μιλήματα και συγκινήματα εντός. Θέλει μη λόγο ο λόγος για ν’ ακουστεί, ε; Θέλει.

Έπειτα, το να μην έχει κανείς να πει, δεν σημαίνει πως δεν μπορεί και να ακούσει. Ευπρόσδεκτα των ανθρώπων τα μηνύματα, σαν βρούνε δρόμο μπρος.

Σκέψου όμως ότι υπάρχουνε και λόγια που δεν προσδοκούν απάντηση, λέγονται για να ειπωθούν, γράφονται για να γραφτούν- κάπως σαν τη συγγνώμη που λέγεται για να αλαφρύνει αυτόν που την λέει, όχι για να βαρύνει αυτόν που την ακούει.

Απ’ την άλλη, υπάρχουν κι αυτιά μονάχα για να φοράνε ντύμα εξομολόγου.
Θυμάμαι έναν ταξιδευτή της γης που μου ‘λεγε πόσο τον κουράζει τούτη η τακτική. «Τι να το κάνω το ακροατήριο», απαξίωνε τους γύρω. «Οι πόλεις που γυρνώ είναι γεμάτες μπαρ, στα περισσότερα οι μπάρμεν δεν μιλάνε γρι ελληνικά και είναι εξ αυτού απολύτως εχέμυθοι. Εξάλλου, δεν παραδέχομαι πως μπήκα σε απολογισμούς, σε ηλικίες που γίνεται κανείς λογιστής του παρελθόντος του.»


Στην καταδίκη ζω, να ποθώ αυτό που λεν ζωή, πα’ να ’πει ό,τι γνωρίζω, ό,τι μυρίζω κι ό,τι γεύομαι.
Έρχονται οι γιορτές των παιδιών, το πήρες χαμπάρι;
Κι εκείνες οι θαμπές –από μέσα- φωνές, χτυπάνε κόκκινο, χοροπηδούν, μας επιτρέπουν να μυρίσουμε χαρά, μας επιτρέπουν να δικαιούμαστε τη χαρά.
Τη ξεχασμένη. Τη θυμωμένη. Τη μόνη.
Αξίζουμε ζωή παραπάνω.
Δίχως κορνίζες και περιθώρια και σχήματα και μετρημένες αποστάσεις.
Ζωή για τη στιγμή. Που πίνεται. Που καταβροχθίζεται. Που εσωτερικεύεται.
Τη βιωμένη.
Ζήλια για κείνους που συγκεντρώνονται εκεί που είναι, για όσο είναι, με προσήλωση μοναχού Σαολίν.

Παράπονο πες, τώρα που βαδίζουμε στα στερνά μιας ακόμα χρονιάς. Δύσκολης, όσο να πεις.
Παράπονο για κείνο το ζητούμενο, το λαχταριστό ζαχαρωτό, το βουνό το ολισθηρό, το πετρωμένο που το λεν επικοινωνία.
Μια λέξη, ένα άκουσμα, ένα σύμβολο. Πουθενά. Κι ο ξένος, εδώ. Με τη ξενιτιά του.


Για άκου μια ιστορία απλή, οικεία. Στην τρελούπολη, εντάξει.

Ένας άνδρας και μια γυναίκα φτάνουν συγχρόνως αλλά από κάθετους δρόμους σε μια γωνία.
Κοντοστέκονται. Είναι φανερό ότι ψάχνουν και οι δύο ταξί. Κοιτάζουν ο
ένας τον άλλον σαν να βρίσκουν αλλήλους γοητευτικούς. Ο άνδρας ξεκινά μια κουβέντα για τα ταξί εν γένει - φοβάται λίγο να ρωτήσει τον προορισμό της, μήπως και διαφέρει από τον δικό του. Κουβεντιάζουν για λίγο, για το πόσο δύσκολο είναι να βρεις ταξί, τι συμπεριφορά έχουν οι ταξιτζήδες – τα συνήθη κοινότοπα που θα τους βρουν σύμφωνους. Κατά μίαν έννοια φέρονται σαν ερωτευμένοι, αφού χαμογελούν αναίτια και χαίρονται με την συμφωνία τους στο αυτονόητο. Τολμώ να φανταστώ πως χαίρονται με την χαρά τους. Σαν να τους είχε λείψει. Σαν να μην είναι και συχνό.

Μοιραία, κάποια στιγμή εμφανίζεται ένα ταξί. Εκείνος κοντοστέκεται λίγο, εκείνη ρωτάει: "Παγκράτι;" - δάγκωμα απ΄ τη μεριά του άνδρα, αφού πηγαίνει Μελίσσια. Ο ταξιτζής συγκατανεύει, εκείνη γυρίζει και κοιτάει τον άνδρα λίγο αμήχανα, εκείνος περισσότερο αμήχανα. Δεν λέγεται τίποτα, γιατί τι μπορεί να ειπωθεί; Εκείνη χαμογελά κάπως πιο δύσκολα από πριν, μπαίνει στο ταξί και φεύγει. Εκείνος μένει πίσω, σκέφτεται λίγο (τι θα 'κανε αν είχε έρθει πρώτο ένα ταξί που πήγαινε Μελίσσια;) και σηκώνει το χέρι του βλέποντας κάτι να αχνοφαίνεται στο βάθος, που το φαντάζεται για ταξί.

Εν-ταξί, ε; Μάλιστα. Δηλαδή... εντάξει.

Τώρα, τώρα, αρπάζω, κλέβω την στιγμή για να πω πως θέλω μοναχά καθώς περνά ο καιρός να θέλει όλο και περισσότερο κόπο να θυμηθούμε την τελευταία φορά που ήμασταν θλιμμένοι.
Να ζούμε και να παίζουμε μωρέ. «Τα καλά, είναι πάντα μπροστά», να μου λες.
Να προσβλέπω.
Και να ντύνεσαι ζεστά, ε; Πιάσαν άγρια κρύα.
Το νου σου στους δρόμους μες στη γιορτινή αντάρα. Κι άσε τα τιμόνια.
Και με το ταξί, μια χαρά σου λέω. Μια χαρά.




(Οι φωτογραφίες είναι από το deviantart.com)
 
Σάλπαρε η Καπετάνισσα ώρα 17:00 | Πανάκι ξεδιπλωμένο | 43 ανάσες
Τρίτη, Δεκεμβρίου 11, 2007
Φώτα ομίχλης

Καμμιά φορά είναι καλοκαίρι
Κι έχω ήλιους να κοιτώ και θάλασσες
Κι έχω μουσικές εκτός και βαμβακερά κοντομάνικα
Και μια μοναξιά τεράστια, πάνω απ' τον ήλιο
Πέρα απ' το θεό
Να σκεπάζει ουρανούς
Και να κρυώνει

Καμμιά φορά τρέχουνε χειμώνες
Κι έχω βροχές να στάζουνε στο φως
Κι έχω αέρηδες εμπρός κι αγριεμένους τόπους
Και μια αρχή ξανά, μπροστά απ' το θάνατο
Εκεί που χύνεται η ζωή
Να στέκεται γυμνή
Να μη παγώνει




Η φωτογραφία είναι από το deviantart.com
 
Σάλπαρε η Καπετάνισσα ώρα 00:45 | Πανάκι ξεδιπλωμένο | 25 ανάσες
Πέμπτη, Δεκεμβρίου 06, 2007
Τα λασπωμένα ρούχα


«Μάνα, με το σκουπόξυλο καθάριζες τα λασπωμένα ρούχα μου.»

Ακούω το Γιώργο να φυλλομετρά τις σκέψεις του, τυπωμένες πιά και σταματώ κάθε κίνηση να ’χω ήχο καθαρό. «Πες το ολόκληρο», προκαλώ.

Μη λησμονείς
Εαρινή ανάγκη
Το βάζο μες τις μαχαιρίδες
Τα δάκρυα της ενοχής
Μάνα, με το σκουπόξυλο καθάριζες τα λασπωμένα ρούχα μου

«Είσαι ποιητής κύριε Σπανάκη, φίλε μου», αγκαλιάζω κάθε φωνήεν να στρογγυλέψει κι άλλο.
«Αχ, απέχουμε πολύ Μαρία…», η απόκριση της αλήθειας, πως αλλιώς…

Αφήνω τους τίτλους να γυρεύουνε αλλού προσκυνητές κι αρχίζω κουβέντα δίχως τσιγγουνέματα. Μαζί με σιωπές δηλαδή. Για κείνο το αψύ βλέμμα της μάνας που ’πεφτε πιο βαρύ κι απ’ τη βέργα, γυαλόχαρτο καλύτερα θα ’ταν, ξυσμένο λιόκλαδο, βουτηγμένο στη παρασκιά.
«Ο,τι και να συνέβαινε, γυρνώντας σπίτι θα τις έτρωγα», ακούω το Γιώργο. «Παιδί δίχως λερωμένα ρούχα, γίνεται; Παιχνίδι ατσαλάκωτο, πως; Κι αν ήμουν καθαρός πάλι λόγος θα υπήρχε για δυο-τρεις στον πισινό. Χαμένος. Ούτως ή άλλως. Μια φορά είπα να της πάω μαχαιρίδες να τη γλυκάνω. Τις έκοψα με φροντίδα, προσεκτικά, να ’ναι ολόδροσες με μακρύ κοτσάνι. Ποιος είδε το Θεό… Ανταριασμένη ξεσήκωσε τη γειτονιά απ’ τις φωνές. Σε ποιο περβόλι μπήκες, ποιον κήπο αχρήστεψες και τέτοια. Πάλι ξύλο. Που πήγα λουλούδια της έμορφης κυράς μου. Κι ας μπλάβισα στο τέλος».

Στραγγίζω λέξεις και συλλογιέμαι κείνες τις μανάδες που διπλογαζώνανε τα συναισθήματα σα να ΄τανε στριφώματα σε μακριές, μαύρες φούστες κρίμα μεγάλο να φανούν και να προδώσουν τον ποδόγυρο.
Κι ερχότανε τη νύχτα στα κλεφτά, με βλέμμα πέλαγο δίχως θυμό, μονάχα θάλασσα να τρέχει και ρίχνανε ένα χάδι θεόξερο, ένα μόνο και κάνανε τον ύπνο μήτρα ξανά.
Σκοτεινή, ζεστή και μαλακή αγκάλη. Θάνατος ίδιος. Τέτοια λύτρωση.

Σήμερα θα μαζευτεί ο κόσμος που μελετά τη φύση τ’ ανθρώπου και τις συμπεριφορές και τα λοιπά και θα μιλήσει για κακοποίηση. Και θα ‘χει δίκιο, όσο να πεις.
Μέλι και γάλα και καρφιά από πάνω γατζωμένα με δύναμη. Ποιος δεν πόνεσε, όσο αγιόκλημα κι αν του ανέμισαν μετά οι καιροί. Κι όποιος πει πως όσοι φάγαμε ξύλο δεν πάθαμε τίποτα, ας μη το πάει παρακάτω.
Δεν καλοκάθονται οι χαρές έτσι εύκολα πάνω στο τραπέζι, εκτός κι αν τις ζορίσεις.

Άκουγα τις προάλλες τον Αργύρη Χιόνη, τον ποιητή να λέει για τη μάνα του τη Χανιώτισσα και τη σκληράδα της. Το συναίσθημα που δεν το χάρισε ποτέ, να δοθεί έτσι ατσιγγούνευτα και να λιαστεί στα πρόσωπα των παιδιών της. Μονάχα το μέτρο κι ο κανόνας και η τάξη και τα άχαρα καθήκοντα. Και, παρ’ όλα αυτά, θαυμασμός και δέος και σέβας μπροστά στην αγιοσύνη εκείνης που με βέργα παρά με φιλί ακούμπησε του γιού τη σάρκα.

Θυμάμαι και τον Δημήτρη Γκιώνη που γράφει για το παιδί που αγρυπνά εντός –ή αλυχτά;- και με χιούμορ περισσευούμενο λέει πως αγριεμένος πιτσιρικάς, σατανάς ίδιος, έκανε την… εγκυμονούσα στη μάνα του για να μην τον βαρέσει! Κι εκείνη βέβαια, τον παραχόρτασε με τις ξυλιές της.

Σε τέτοιες κουβέντες θα ’θελα τις λέξεις ωμές, να τις δαγκώνεις και να νιώθεις το κροτάλισμά τους, να μη χαρίζεσαι ούτε στη πιο χαδιάρα μνήμη.
Σάμπως ξέρανε κι άλλους τρόπους, θα μου πεις. Παραμερίζει η καρδιά για να φτωχύνουν τ’ άσχημα, τι άλλο. Απενοχοποίηση θα πούνε πάλι οι μελετητές.
Στάζουν αίματα τα χρόνια ώρες-ώρες σα χώμα κόκκινο που το σκάβεις, το σκάβεις και δε λέει να πρασινίσει. Μόνο πετιέται στα ρούχα σου και τα λερώνει να ’χει λόγο η μάνα, να ΄χεις κι εσύ να τη θυμάσαι.

Μ’ ένα μαντήλι λυτό -και λιτό κιόλας-, να γλεντά η γύμνια του λαιμού, θυμάμαι μια μάνα που ξεχνούσε πότε-πότε να σκεπάζει τις προσδοκίες μου. Τις λαχτάρες μου, πες.
Και στεκότανε δίπλα γλυκαμένη. Μ’ εκείνη την αγάπη την άμετρη.

Και τώρα να της πω, δε θυμάται. Τα καλά πιο πολύ. Τρέχει για δικαιολογίες για τ’ άσχημα «οι άλλες εποχές, οι αγράμματοι άνθρωποι»… Λες κι οι γραμματιζούμενοι ξέχειλες γυροφέρνουν τις ευαισθησίες. Αμ δε…

Μανιασμένη η ψυχή ζητά απόκριση φορές-φορές. Ίσα για να σπονδυλώσει όλες τις άνευρες φωνές της καθημερινότητας, να τις κάνει μιλιές ανάκατες σε σύναξη χαράς. Πιάνεται απ’ όπου…

Βροχή αξόδευτη σήμερα. Στις λάσπες μέσα.
Βρέχονται και τα νησιά, αμ δε βρέχονται;
Χειμώνας καιρός, χειμώνας κόσμος.

Τι με κοιτάς;
Άνθρωπος είμαι. Με λασπωμένα ρούχα, ωραία. Ένα βλέμμα, μια αγκαλιά, μπορείς; Δανεική, εντάξει. Ξένη. Του νερού. Που τρέχει και ξεπλένει.



Η φωτογραφία είναι του Lars Raun
 
Σάλπαρε η Καπετάνισσα ώρα 01:07 | Πανάκι ξεδιπλωμένο | 21 ανάσες


Layout design by Pannasmontata


©
Creative Commons License
Page copy protected against web site content infringement by Copyscape