Σάββατο, Απριλίου 21, 2007
Το Κ της Καρδιάς, της Κούβας και της Κρήτης


Ως πότε θα κρατιέμαι απ' τις αμμουδιές, τις πέτρες και τα χώματα γυρεύοντας να βρω το τέρμα τ' ουρανού. Το πέρα-πέρα. Το χείλος του. Το ξέφτι. Το "φτάνει" του. Αχ, για δες πως σπαρταρά η σκέψη στα ανήξερα! Και... κοίτα τώρα μια λαχτάρα στη ματιά να ξαστερώσει και να σαλέψει μπρος στην άκρια της γης. Κείνης που μας σκεπάζει. Να πέσει με φόρα κάποτε στην ούγια την ατσαλάκωτη, αυτού του γαλάζιου σεντονιού. Με πείσμα γερά τεντωμένο, θωρώ το ν' ανεμίζει πάνω απ' τη ψυχή μου αλλάζοντας τις φορεσιές κατά τα κέφια του, ορίζοντας -συνάμα- τα δικά μου...
Το συλλογιζόμουνα χθες που πικροσάρκαζα πως οι πατρίδες είναι ψέμματα κι οι χώρες για τα γέλια. Κι η άκρη τ' ουρανού κάπου θα σμίγει με το χώμα, δε γίνεται. Το φως με τη ρίζα. Το 'λεγα σε δεκαεξάρικα, μπρος σε μια τέτοια πόρτα κρητικού σπιτιού. Χωριάτικου.

Σα να ΄μεινε ανέγγιχτη η ζωή εδώ, χρόνους, αιώνες, είπα σαν έσπρωξα το γερασμένο ξύλο. Κι ανέλπιστα πως, τα ΄νιωσα όλα μέσα μου ανάκατα, χύμα εικόνες και πράγματα κι αισθήσεις και φωνές. Από περιπλανήσεις και παλέματα του νου και της ψυχής, από διαδρομές νερών κι ανέμων, από αφίξεις κι αναχωρήσεις. "Εγώ θαρρώ, ο κόσμος είναι ίδιος παντού", είπε έφηβος που δε βγήκε ποτέ του απ' την Κρήτη και του γέλασα με τη ματιά.
"Ίδιος, σαν ουρανός, σοφά μιλάς", είπα για ν' ακουμπήσω. Και μπορεί έτσι να'ναι. Διάβηκα το κατώφλι το μαγικό και... -θεοί και άγγελοι μαζί!- νοστάλγησα την Κούβα.


Σ΄αυτήν την αυλή που καμώθηκε λες για να ζηλεύουν ζωγραφιές, μέτρησα πόσους τόπους κουβαλώ εντός μου. Και πόσους σέρνω με τα πέλματα. Απίστευτος ο κόσμος. Γύρω, πέρα, μέσα. Ορκίζομαι, δεν έχω δει τίποτα κι ας λεν άλλα τα μάτια να παρηγοριούνται. Είμαι στο στέριωμα της ψυχής μου, στην Κρήτη μου κι έχω την Κούβα στο μυαλό. Κι εκεί, στα κρητικά κολυμπούσε η λαλιά. Μαντινάδες μοίραζα στους Κουβανούς, σας δίνω το λόγο μου.
Σε χίλιους τόπους σπαρταράει η ζωή: στον εξής ένα που λες. Εκεί που αγαπάει.

Αφήνοντας έτσι ανάκατα εντός μου τ' αγγίγματα και τις πνοές, τις γεύσεις και τ' ανθίσματα να μπλέκονται, να κουτρουβαλούν, ν' αρπάζουν τις αισθήσεις μου και να με μεθάνε -ακόμα, ναι-, πετιέμαι μεταξύ 34ου και 32ου βόρρειου παράλληλου. Λίγο πριν καβαλήσω τον Ατλαντικό και να' μαι, σιγομουρμουρίζω Καββαδία: "...γύρισες και μου'πες πως το Μάρτη, σ' άλλους παραλλήλους θα'χεις μπει..." Ταχύτητα 920 km/h, θερμοκρασία έξω -57 βαθμοί C, βλέπω στις σημειώσεις μου. Αιθέρες. Ξεπλένει τη σκέψη το "μακριά", την αναγεννά. Λες; Λέω. Παρακάτω. Τα δύσκολα άλλη ώρα.
Πτήση θαυμάσια στο "πήγαινε". Και λίγα λεπτά πριν από την προσγείωση στο JFK, η παραπάνω εικόνα. Η θάλασσα και τα σωθικά της. Ο πάτος στην επιφάνεια; Παιχνίδισμα της άμμου και του υγρού; Όμορφο να το βλέπεις από ψηλά και να σε καλωσορίζει στην Νέα Υόρκη.

Το Μαϊάμι των φίλων, οι γωνιές της αλητείας παραπέρα. Αγκαλιάσματα υποδοχής, ω, είναι όλα όπως τα ΄ξερα, νέα πες, να΄χω να φρεσκάρω τις μνήμες, να ριχτώ σε άλλους καιρούς, σε λαίμαργα χαμόγελα, σε κλίματα ζεστά, σε λόγια που πέφτουν αχόρταγα απ τα χείλη. Κι έπειτα, ν΄ανοίξω βλέμμα στις Μπαχάμες τις τροπικές και ξωτικές, γεφύρωμα για τη χώρα που'χουν οι αμερικάνοι σε τιμωρία, "να κακό παιδί για να μάθεις", σκούζουνε οι πολύξεροι αφέντηδες της γης. Τυρκουάζ καλοκαιριού στις Μπαχάμες, στα νερά τ' αστραφτερά, τα ζηλευτά, πρόκληση θεών με τις ηλιαχτίδες να ξεγυμνώνονται ηδυπαθώς, που θα΄λεγε κι εκείνος που δεν έχει αντικρύσει ποτέ του το Αιγαίο... Οι πρώτες ματιές στην Κούβα σκαρφαλώναν πρόσωπα. Και κτίσματα. Ν' αρπάξουνε το χρόνο, να ρουφήξουν γνώση, ν' απαντηθεί το γιατί. Σαστισμένο μυαλό -άκυρα τα διαβάσματα- και βουβαμάρα μπρος στη φτώχεια. Θες η συγγένεια στον τρόπο και στην άποψη, θες η επαναστατικότητα μιας εφηβείας που αγκάλιαζε τον Τσε και υψωνόταν στην ιδέα, θες η ώριμη -πλέον- αντίληψη ότι η πράξη πορεύεται αλλιώς, όλα τούτα, φέραν αμηχανία.

Πρωτογενή κοιτάγματα (τα πιο αυθεντικά λένε) πάνω στα κτίρια με την αποικιακή αρχιτεκτονική, θαυμάσια και θαυμαστά, ίδια έργα τέχνης, στέκουν σαν ξεπεσμένες αριστοκράτισσες, γόησσες σωστές, αλλά, κουρελιασμένες. Μια αλλιώτικη ευημερία μαρτυρά η παρουσία τους, μεγαλοπρέπεια καιρών αλλοτινών που η Αβάνα ζούσε μέρες δόξης και άνθησης ζηλευτής στις τέχνες, στη σκέψη, στην κουλτούρα. Η παρακμιακή ατμόσφαιρα των ξεθωριασμένων χρωμάτων, των ξεφλουδισμένων τοίχων και του μαρασμού, γεννά μια πρώτη πίκρα.
"Έτσι ζουν οι άνθρωποι, φτωχικά. Για πόρτες μες στα σπίτια τους έχουν χαρτόκουτες, το εσωτερικό των σπιτιών τόσο παλιό κι αφρόντιστο, θυμίζει εγκατάλειψη", μας πληροφορεί ο Μικέλ, Μεξικάνος, επισκέπτης κι αυτός, από τους πρώτους ανθρώπους που γνωρίσαμε. Μπήκαμε στα σπίτια τους αργότερα. Σταθήκαμε κάτω από τις ερειπωμένες προσόψεις και τα μπαλκόνια με τα περίτεχνα καμωμένα κάγκελα από σφυρήλατο σίδερο και διαβήκαμε το κατώφλι. Η καθαρότητα, στα πρόσωπα και στα πράγματα, όπως σου δίνεται για να τη σεβαστείς.


Λαός, με καρδιοχτύπι μεσογειακό. Να σου ανοίξει τα πορτοπαράθυρα, διάπλατη κι η ψυχή, πέρα από μιζέριες και χαμηλώματα που μάλλον ο περίσσιος πλούτος τα καλοξέρει παρά η πεντακάθαρη φτώχεια. Ούτε ντροπές, ούτε κατηφοριές στην συμπεριφορά. Αυτά έχουμε, με τη καρδιά μας τα δείχνουμε, πως να γίνει. Σπουδαίο, ε; Να μην αποφεύγουν την έκθεση του "λίγου" τους, μα με την συμπεριφορά τους, να το μετατρέπουν σε πολύ. Να φυσά η αύρα τα ρούχα, μπουγάδα καθημερινή, λιάζονται και τα έξω όμοια με τα μέσα, πως αλλιώς!
Να σε κερνούν καφέ -στα κόκκινα η ενέργεια- σ' εκείνα τα στενά δρομάκια τους που γίνηκαν έτσι για να'χει πάντα σκιά, για δες! Κι έπειτα να βρίσκονται μ' ένα σάλτο σε κείνα τα παμπάλαια λεωφορεία, απομεινάρια καιρών που οι δυτικοί, καμώνονται πως δε γνώρισαν ποτέ.

Κι ο έρωτας, θριαμβευτής κι αφέντης μέγας, στους ίδιους δρόμους, μες στη λασπουριά και τα φλούδια απ' τους σοβάδες. Να λάμπει μες στ' απόνερα. Έρωτας που λαμποκοπά. Σε κοιτάγματα κι ακραγγίγματα. Ατμόσφαιρα να οσμίζεσαι και να κρυφογελάς σαν κοπελλούδι. Μάτια να σε ψαχουλεύουν, χαμόγελα, λαχτάρες, πεθυμιές, αναπνοές στη σάρκα σου να νιώθεις.
Τι 'ν' τούτο... Ζωή το λένε, εεε!!! Παντού ζευγάρια σ΄αγκαλιές, φιλιά να τρέχουνε κι η αστυνομία -πανταχού παρούσα, όντως- σα χάδι λες κι αυτή, τόσο παιχνιδιάρα!
Αλήθειες σε τούτη τη στιγμή που κάθησε στο χρόνο, χαρακτηριστικές. Ο έρωτας στη ζέστα του, δοσμένος, χυμμένος στον αγέρα, γαντζωμένος στα δάχτυλα και παραδίπλα εξαθλίωση και μοναξιά. Ούτε πέσος που λες. Άραγε εξισορροπούνται οι πίκρες; Μ' ένα φιλί μπορεί και να'ρχεται η αρμονία, ναι. Για να ζυγίσεις τα πολύτιμα, για να κοιτάξεις κατάφατσα, με μάτια γυμνά τον ήλιο. Που υπάρχει. Κι αυτός ξεγυμνωμένος. Ολοτσίτσιδος. Για κάθε γωνιά της γης.
Τ' ουρανού δηλαδή. Π' άκρη δε θα'χει, λέω.



Αβάνα μου, Αβάνα μου, αν έφτανε ένα τραγούδι για να πω
πόσα σου έχει κλέψει ο χρόνος...

Carlos Varela, Habana me




Compay Segundo - Sigue el paso en la nochebuena
Eliades Ochoa - Con Dolor en el Alma
Ibrahim Ferrer - En que parte de Cuba nació el Son
Omara Portuondo - Agua cae del cielo
Rubén González - Prestame la bicicleta

 
Σάλπαρε η Καπετάνισσα ώρα 02:10 | Πανάκι ξεδιπλωμένο | 29 ανάσες
Κυριακή, Απριλίου 15, 2007
Commandante «El Hombre»

Έχει κι η επιστροφή ξωτικές μυρουδιές και περιπέτειες και μιλιές τραγουδιστές και χρώματα ζωηρά που αξίζει να ιστορηθούν, δεν έχει;
Καλώς σας βρήκα. Και στάλες επιείκεια στις ανοιξιάτικες τσέπες σας, αγάλι-αγάλι που λένε, γιατί είμαι βουτηγμένη σε μεθύσι σπάταλο κι αλλαφιασμένο. Παραπατώ. Εντός πρώτα. Κι έχω να λέω για μέρες. Όρκο πως θα το κάνω. Ποτισμένη με τη ψυχή του τόπου που λάτρεψα, αγκαλιασμένη απ' τα χνώτα των ανθρώπων του, ζεστή, πρόσφορη σε χαρίσματα και χάρες, θ'αρχίσω διηγήσεις μπόλικες.




Προτού δώσω σπρωξιά στο ιστορικό, να ξετυλιχτούν οι στιγμές και να ξαναζυμωθούν τα βλέμματα, θα δώσω πρωτιά στους ανθρώπους. Έτσι κι αλλιώς, εκεί είναι τα σημαντικά. Τα ουσιώδη. Από κεί αναβλύζει η ζωή, σε ματιές και συναισθήματα χτίζεται και αναπλάθεται η μορφή του τόπου, τα κτίρια και τα χώματα, ο ουρανός και το κύμα, οι ήχοι κι οι σιωπές. Στους ανθρώπους πάλλεται η Κούβα. Εκεί κατοικεί ο σφυγμός του χρόνου σαν πορεία ιστορική και σαν ελπίδα που αρπάζει τ' αύριο.




Μακριά από τις γυαλιστερές φυλλάδες των τουριστικών πρακτορείων, έξω από περιχαρακωμένες διαδρομές που πάνε καταπάνω σε βιτρίνες και υποκλίσεις, περιπλανήθηκα σε ζωές. Κάθησα σε ξεχαρβαλωμένες καρέκλες σπιτιών, ήπια τον καφέ-δυναμίτη που σμίγει όλη την οικογένεια το σούρουπο, άκουσα τσιριχτές φωνές παιδιών, τραγούδησα σε ντόπια στέκια, περπάτησα σέρνοντας κουβανέζικα παράπονα, γέλασα σε φτωχογειτονιές, βρέθηκα συνοδηγός σε σαραβαλιασμένες σκουριασμένες μαούνες, χύθηκα σε χώματα και σε άμμο λευκή, ήπια μοχίτος μέχρι σκασμού, γνώρισα μουσικές ενός ζωηρόχρωμου κόσμου, χόρεψα τόσο, μα τόσο, που ξεπέρασα πατήματα παιδιού. Ξελογιασμένη. Κι άμυαλη.



Ψιχάλισμα στα χείλη και σταγόνα κρεμασμένη στη γωνία του ματιού η κουβέντα του Όσκαρ. Στα εικοσιοκτώ, φοιτητής Νομικής, φτωχός μα με καρδιά "πάρε κόσμε", μιλάει για μια πατρίδα που λαχταρά να δει ν' αναπνέει αλλιώτικα. Δίχως στόμα σφαλιστό, χωρίς κλεφτιές ματιές τριγύρω μην και οι αρχές ταραχτούν και γυρέψουν εξηγήσεις, δίχως και το παράνομο κυνήγι λίγων παραπάνω τουριστικών πέσος -που'ναι αλλιώτικα και πολύ μεγαλύτερης αξίας από τα ντόπια νομίσματα-, απαραίτητα όμως ώστε να στρωθεί κάπως το τραπέζι και να ψευτοχορτάσει το λιτοδίαιτο όνειρο.





Καμαρώνει για τη χώρα του ο πενηντάρης Αρμάντο, λέει και ξαναλέει για τους αγώνες, για τον εθνικό ήρωα, τον Τσε, για τον Φιντέλ και τον Ραούλ που θα πάρει μετά την εξουσία, για την Αμερική και τον ιμπεριαλισμό, για το όραμα του σοσιαλισμού και τις προδοσίες των ηγετών, για τα λόγια και τα έργα, για το μπέρδεμα που υπάρχει εντός του. Κι ο Μάιλερ από δίπλα, με τα μισά χρόνια του Αρμάντο, δείχνει ένα αυλάκι στην άκρια του δρόμου που κυλάει αργοπορημένο λες... "Να η ζωή για μένα. Τρέχει. Φεύγει. Και θέλω να τη ζήσω με χαρά. Με λευτεριά. Να τρώω, να πίνω. Ανθρώπινα. Να πάρω δεύτερη μπλούζα. Να χορέψω τη νιότη μου μια βραδιά. Να σε κεράσω. Ναι, γελώ. Μα θέλω να μπορώ να γελάσω με πιο ανοιχτό στόμα. Χορταίνεται ποτέ η χαρά";





Ο Εμμάνουελ είναι κούκλος. Θεός. Μια του και μόνο ματιά, φτάνει να σου αλλάξει τον αδόξαστο. Μοιάζει να μη το ξέρει. Κι αυτό, τον βουτάει σε μια αγνότητα μοναδική. Κάθεται πλάι στον Πάολο που είναι ζωγράφος. Μιλούν για χρώματα μα το βλέμμα τους πιάνεται σε θηλυκούς αστραγάλους που πηγαινοέρχονται ολόγυρα. Σκαρφαλώνει η ματιά, ανιχνεύει, μοιράζει γέλιο και τραγούδι. Δε θέλουν και πολύ. Να σ' αρπάξουν απ' το μπράτσο και να σε γυροφέρουν στο κέντρο της παλιάς Αβάνας. Λογής-λoγής μπάντες παραμονεύουν στις γωνιές. Και στη Plaza de la Revolucion γίνεται salsa festival. Να μην έχει και το γλέντι σπιτικό; Εδώ, ακριβώς!




Ο Εμίλιο έχει στήσει μια ντόπια μπάντα που σ' αποτρελλαίνει με τους ρυθμούς της και την νιώθεις να κυλά στα μύχια της ύπαρξής σου. Ένα κουβάρι οι πατρίδες, μια χαψιά ο κόσμος κι όλα τα κοινά, όλα τα ίδια, χάδι στο δέρμα, γράμμα κεφαλαίο στο μνημονικό. Στα τύμπανα ο Τζερεμάια, φλέβα Τζαμαϊκανού, ψιλοράστα το μαλλί, μα το πάθος, σημαία. Και λένε. Και τραγουδούν λαίμαργα. Και -καλά να΄ναι-, που με βαφτίσανε σε μουσικές σωρό. Που κουβάλησα και σιγά-σιγά τις ξεκλειδώνω:
Polo Montanez, Adalberto Alvarez, Charanga Habanera και...και...






Λόγια σαν τους ανθούς της νερατζιάς να'χα να λέω για τις κοπελλιές της Αβάνας, τις σκανδαλιάρες, να κολάζουν άγιο που λες, με τους γοφούς που λικνίζονται επιδέξια στους ξελογιάρηδες ρυθμούς! Κι άλλα τόσα για τις κυράδες με τα χυμώδη κορμιά και τη ζηλευτή νοικοκυροσύνη μες στη φτώχεια ναι, πίσω από τις πόρτες από χαρτοκούτια που γενναιόδωρα χαμογελούν και λάμπει παραδεισένια ο τόπος. Να μουρμουρίσω και για τα παιδιά -πόση υγεία χωρίς ανάγκης υλικά!- που κλωτσοβολούν καρύδες και παθιάζονται με το μπέιζμπωλ κι όλο δίψα και γλέντι σε κοιτούν. Για τους άντρες να'χω μιλιά να λέω που βγάζουν τραπέζια στα πεζοδρόμια και παίζουν ντόμινο θαρρώ και αρπάζονται και χειρονομούν και σου κλείνουν μάτι σαν περνάς. Για τα μελαμψά πρόσωπα πίσω από τις σιδεριές που... προφυλάσσουν τα πορτοπαραθύρια, για τους καλόχαρους οδηγούς των τρίκυκλων, για τα ποδήλατα που βαράνε το κλάξον, για το μεθύσι που το λένε η Αβάνα κι η ζωή της!









Τα πρώτα γραφτά, τα πλανεμένα απ' τ' άρωμα το κουβανέζικο, τα πρωτοψιθυρισμένα, τα σφίγγω στη χούφτα και τα φυσώ στους ανέμους του κόσμου να φτάσουν πίσω στους ανθρώπους που αγάπησα. Τον Όσκαρ και τον Μάιλερ, τον Εμμάνουελ και τον Τζερεμάια, τον Αρμάντο, τον Εμίλιο και τον Πάολο, τη Σύλβια και τη Μπάρμπαρα, τη Ρέιτσελ και την Ιζαμπέλ και τόσους ακόμα που αντάμωσα, ένιωσα φωνή απ' τη ψυχή μου, αγκαλιά αδιαπραγμάτευτη και ναι, που με προσμένουν να ξαναγυρίσω.











 
Σάλπαρε η Καπετάνισσα ώρα 20:25 | Πανάκι ξεδιπλωμένο | 53 ανάσες


Layout design by Pannasmontata


©
Creative Commons License
Page copy protected against web site content infringement by Copyscape