Παρασκευή, Απριλίου 17, 2009
Η ανοιξιάτικη κολυμπήθρα της χαρμολύπης

Τριγυρίζω την πόλη, τσιμπώντας κινήσεις και οσμές, αδειάζοντας το μυαλό απ' τα περίσσια. Προσπαθώντας δηλαδή. Να ‘χει απλωσιά η άνοιξη, να αλητέψει όπως γουστάρει, να βρει κι εμένα μπόσικη να με γλυκοτυραννήσει. Κι έχω κι έναν πόνο για όλη αυτή τη βιασύνη που φαρμακώνει το «ωραίον» μου, όχι να πάρουμε τη λαμπάδα για το βαφτιστήρι, όχι να τακτοποιηθούν οι λογαριασμοί, άντε να είμαστε καθώς πρέπει και καθώς δεν θα θέλαμε. Κι έχω τριγύρω μια ανθοφορία οργιαστική, ένα μάτσο κρινάκια που με φλερτάρουν στο μπαλκόνι μου και πρασινάδες ασυγκράτητες σε κάτι θαυματοποιές γωνιές της πόλης. Εκεί να δοθείς! Με προστάζει η επιθυμία.
Βούβα για τις κακοτεχνίες στην άσφαλτο που με θυμώνουν, για τους εγωκεντρικούς οδηγούς και τα αγενή βλέμματα, σφαλισμένα αυτιά και μάτια σε ό,τι δηλητηριώδες. Σε ό,τι αντι-αναστάσιμο. Σε ό,τι αφ’ εαυτού νεκρό.

Βουτώ ψυχή στη κολυμπήθρα της χαρμολύπης που μας αναβαφτίζει μες σε πανσέδες και λεμονανθούς και λούζομαι αρώματα. Μυρωδιές. Μες στη μέθη ενός ανθόκηπου, περιφερειακά της πόλης• μες στη μέση ένα εκκλησάκι μια χαψιά. Μοναστήρι• πως έχουν τόση νιότη οι καλόγριες στα πρόσωπα; - για πες.

Έχασα την πίστη τη καθαρή, την πρόσφορη και δοτική, εδώ και χρόνια.
Πες η παιδούλα εντός που με τσιγκλά, πες οι παραευαισθησίες μας, ανάβω κερί στο εκκλησάκι. Μια τροφαντή μαμά εμπρός μου ακουμπά στο στασίδι και μουρμουρίζει υμνωδίες. Το κοριτσάκι της ανήσυχο. Πιάσου από το στασίδι, της λέει η μαμά. Ακούμπα να ξεκουραστείς. Όποτε κουράζεσαι να πιάνεσαι από το στασίδι.
Χαμογελώ. Κι εμείς που απαρνηθήκαμε το στασίδι της εκκλησιάς που’ χανε οι πριν από μας, διαλέξαμε λογής-λογής στασίδια στους δρόμους μας. Ν’ ακουμπάμε, να στηριζόμαστε, πότε-πότε να τα δένουμε στον καρπό και να τα σέρνουμε μαζί μας…

Εισπνέω ανθοβολιές κι αέρηδες μυρωμένους και μουρμουρίζω κι εγώ, άλλη υμνωδία, τους στίχους του Μίλτου Σαχτούρη, από την «Τρίτη του Πάσχα».

Οσμές που χάσανε τους φυσικούς τους
ανθρώπινους δέκτες
πριν από χρόνια
κι άλλα χρόνια,
και περιφέρονται το Πάσχα
αναζητώντας νέους πιστούς
του κάκου,
νέους αθώους μυκτήρες
σε μιαν Ελλάδα δίχως όσφρηση
άρα σε μια Ελλάδα δίχως πίστη.


Στεφανώνω τους στίχους με απριλιάτικα ανθάκια και τους στέλνω σε φίλους με την ευχή:

Εμείς. Περιπατητές και «οσμιστές» του κόσμου.
Να κρατηθούμε από μια πίστη που στιγμιαία αναβιώνει.
Μπροστά σε έναν Επιτάφιο.
Κοντά σ’ ένα κίτρινο κρινάκι, πασχαλινό.
Ματαιωμένοι, αλλά όχι παραιτημένοι.
Μες σ΄ έναν αλλιώτικο ανθώνα, εσωτερικό.


Κι έπειτα, μου θυμίζει φίλος καλός, ο Στέλιος, τον Πέρση ποιητή της αγάπης Τζελαλεντίν Ρουμί:

Δείπνησαν και πέσανε για ύπνο. Άδειο το σπίτι.
Βγαίνουμε στον κήπο να βρει η μηλιά τη ροδακινιά
να φέρουμε μηνύματα από το ρόδο στο γιασεμί.
Η άνοιξη είναι ο Χριστός
ανασταίνοντας από τα σάβανα φυτά μαρτυρημένα.
Τα στόματα ανοίγουν μ' ευγνωμοσύνη. Ψάχνουν να τα φιλήσεις.

Το φέγγος της τουλίπας και του ρόδου σημαίνει ότι μια λάμπα έχουν εντός.
Ενα φύλλο τρέμει. Εγώ τρέμω στην αέρινη ομορφιά σαν μετάξι του Τουρκεστάν.
Ο λογοκριτής ρίχνει λάδι στη φωτιά. Αυτός ο άνεμος είναι το Αγιο Πνεύμα.
Τα δέντρα είναι η Παρθένος.
Δες πώς παίζουν οι σύζυγοι λεπτά παιχνίδια με τα χέρια.
Ραίνουν τους εραστές με νεφελόχρωμα μαργαριτάρια του Άντεν ως είναι το συνήθειο του γάμου.
Η ευωδιά του πουκάμισου του Ιωσήφ φτάνει στον Ιακώβ.
Εναν κόκκινο ιβίσκο γέλιου της Υεμένης ακούει στη Μέκκα ο Μωάμεθ.
Μιλάμε για το 'να και τ' άλλο. Δεν έχει ανάπαυση εκτός από τις στιγμές αυτές που απλώνουν τα κλαριά τους.

Νοστάλγησα μιαν έρημο να περπατήσω σε μιαν άδεια απεραντοσύνη
ειρήνη χωρίς καμιάν εξήγηση. Τρέχω τριγύρω, ψάχνω τον Φίλο.
Σχεδόν τέλειωσε η ζωή μου κι ακόμα κοιμάμαι.
Οταν συμβεί, αν μου συμβεί, και βρω τον Φίλο θα ξαναρθούν τα χρόνια τα χαμένα;
Πες μου τι αξίζει περισσότερο: κόσμος χιλιάδες ή η αυθεντική σου μοναξιά;
Ελευθερία ή εξουσία σ' ένα έθνος;
Κάτσε λιγάκι μόνος. Είναι το καλύτερο δώρο.
Η αγάπη μού άναψε φωτιά κι άφησα ότι δεν είναι αγάπη:
διανόηση, φιλοσοφία, βιβλία και σχολές.
Ποίηση θέλω τώρα μόνον.

Πεινάς; Σκυλί θυμωμένο κακός χαρακτήρας. Έφαγες;
Είσαι τώρα ψόφιος, ξαπλώνεις σαν πέτρα αναίσθητος.
Τη μια σκυλί την άλλη πτώμα, έτσι πώς θες να παραβγείς με λιοντάρια
ή να πας με τους αγίους;
Αν είσαι του καιρού σου λόγιος τρανός την εξαφάνιση του χρόνου και του κόσμου
μην ξεχνάς.
Όλα περνούν εκτός από το πρόσωπό Του.
Αυτό το πρόσωπο αν δεν έχεις καθαρό μη δοκιμάζεις να υπάρξεις.
Δε φοβάμαι την Πύρινη Ρομφαία, τις αλυσίδες τα δεσμά.
Καθώς καίγομαι έτσι γρήγορα δοκιμάζω και λίγο κόλαση.
Δε φαντάζεσαι πόσο λίγο με νοιάζει τι λένε για μας.


Δεν έχω άλλο να πω. Ανάσταση είναι ο άνθρωπος. Ανάσταση είναι ο κόσμος. Ο χριστιανός κι ο μη. Ο όποιος εαυτός. Τι και ποιος να αποδείξει και να μαρτυρήσει… Η Ανάσταση συμβαίνει. Κι η ψυχή, μέγας εξομολογητής και καταγραφέας, καλά το κατέχει.

Ευχές κόκκινες και ανθομυρωμένες.





Η φωτογραφία είναι του Al Magnus
 
Σάλπαρε η Καπετάνισσα ώρα 10:01 | Πανάκι ξεδιπλωμένο | 30 ανάσες
Παρασκευή, Απριλίου 10, 2009
Όταν οι δεκαεννιάρηδες, «παίζουν» τους ενήλικες

Κέντρισμα απρόσμενο κι αγριεμένα βαρύ. Γροθιά σφιγμένη, θανατερή, σε πρόσωπο αρυτίδιαστο. Δεκαεννιάχρονος νεαρός αρματώθηκε σήμερα το πρωί κι είπε να μοιράσει δίκια (;), να τακτοποιήσει λογαριασμούς (;), να δηλώσει με τον πιο τραγικό τρόπο "φτάνει πιά" (;), να αντιγυρίσει τη βία σπαθίζοντας το θάνατο (;) και, εν τέλει, να εκπνεύσει, δραματικός αυτόχειρ.

Μουδιασμένη μπροστά στα καινούργια νέα, τα ολόμαυρα, θυμήθηκα όσα έγραψα ένα χρόνο πριν για τα περιστατικά βίας που ταλανίζουν τα σχολεία μας. Με τον τίτλο «όταν τα παιδιά "παίζουν" τους μεγάλους», δημοσιεύτηκαν από την εφημερίδα "Πατρίς":


Ανάστατα συχνά –πλέον- τα σχολεία μας. Άσκηση βίας, κυριαρχία ατομικής δύναμης, περιθωριοποίηση, εκεί που θα ’πρεπε να χτίζεται το δημιουργικό «μαζί».Φαινόμενο γνώριμο. Κάθε γενιά επεδίωκε να ξεσηκώσει τις αντιδράσεις ή ακόμα και την οργή του κοινωνικού συνόλου. Άλλοτε η διαμαρτυρία είχε χρώμα πολιτικό, ή, ήχους μουσικής οργισμένης. Τώρα πια δεν είναι η διαμαρτυρία αλλά η αδιαφορία, ο εκφοβισμός, ο εξευτελισμός, ή, η βουβή, τυφλή βία. Η «μαγκιά», στην σύγχρονη εκδοχή της. Εν δυνάμει βίαιη απάντηση –θα πουν πολλοί-, στον απάνθρωπο, περιχαρακωμένο τρόπο ζωής που έχουμε επιβάλλει στα παιδιά μας.

Η βία και η επιθετικότητα δεν είναι μεγέθη εύκολα μετρήσιμα. Δεν είναι ψυχροί αριθμοί. Είναι βλέμματα αγριεμένα, είναι λόγια θυμωμένα, είναι γροθιές που στοχεύουν. Τη βία και την πίεση που εισπράττουν οι έφηβοι την αποδίδουν στο ακέραιο.
Μπορεί να είναι ο νέος που εκφράζει συγκαλυμμένη βία, κυρίως προσβολή και πρόκληση, εκμεταλλευόμενος την κοινωνική του θέση. Αλλά κι ο άλλος, ο χαμένος της ιστορίας, ο «απ’ έξω», ο αδικημένος, βράζει από θυμό, μισεί κι αδιαφορεί ταυτόχρονα. Πρώτη ύλη για συμπεριφορά επιθετική. Και οι δύο. Η ισοπέδωση, η ανωνυμία, η ομοιομορφία, γεννούν την επιθετικότητα και τη βία.
Χιλιάδες μαθητές στοιβαγμένοι σε άχρωμες αίθουσες, αφήνουν σαν -μοναδική;- προσωπική σφραγίδα σκόρπια λόγια πάνω στα θρανία. Σύμβολα μιας κοινωνίας του μέλλοντος. Οι τεντιμπόηδες κι οι χεβυμεταλάδες βαφτίστηκαν κάγκουρες. Και λοιπόν; Αλλού υπάρχουν οι πραγματικές αλλαγές που σηματοδοτούν τη βία.

Οι σημερινοί νέοι αισθάνονται μόνοι μέσα σ’ ένα αφιλόξενο περιβάλλον. Εξωστρεφής ή όχι, η επιθετικότητα βρίσκει συνεχώς θύματα και θύτες. Συχνά την πυροδοτούν ρατσιστικά συνθήματα, αποτέλεσμα της άγνοιας, του φόβου, της κατάρρευσης των αξιών. Παράλληλα, η λατρεία της σωματικής δύναμης και της ατομικής λύσης θριαμβεύει. Η πολιτική αφήνει παγερά αδιάφορους τους εφήβους και, η μόνη ορατή συλλογικότητα που αναπτύσσεται είναι εκείνη της αγέλης. Μιας αγέλης που, αν και προς τα έξω εκφράζεται αντιεξουσιαστικά, στην πραγματικότητα αναπαράγει στο εσωτερικό της τις ίδιες σχέσεις εξουσίας που επιδιώκει να ανατρέψει. Εμείς και οι άλλοι. Μες στην ομάδα το άτομο κρύβεται, χάνεται και συνάμα η δύναμη πολλαπλασιάζεται. Ό,τι δεν τολμάμε να κάνουμε μόνοι, το κάνουμε παρέα με άλλους.

Η αδιαφορία, κυρίαρχο στοιχείο της σύγχρονης ελληνικής κοινωνίας, λίγο απέχει από την ωμή βία. Να βλέπεις τη ζωή ως θέαμα και να ζητάς ένα απόλυτο «εδώ και τώρα». Μια άρνηση σαν σε κατάσταση αφασίας, χωρίς προοπτική, δίχως πρόθεση.
Επιπλέον, οι έφηβοι, στην απεγνωσμένη προσπάθειά τους να φανούν «άλλοι» μες σε μια κοινωνία που τους ισοπεδώνει, καταλήγουν να γίνονται όλοι ίδιοι μέσα από τη διαφορά. Η διάκριση από το σύνολο μοιάζει να είναι η μόνη βούληση που έχει απομείνει. Και βεβαίως, εκφράζεται με τρόπο αντικοινωνικό. Με την περιφρόνηση του κοινού χώρου (καταστροφή θρανίου), ή με την απαξίωση της ίδιας της ανθρώπινης αξιοπρέπειας (εξευτελισμός συμμαθητή, συνανθρώπου).
Κι από την άλλη, εμείς. Που συνήθως, δεν προσπαθούμε να καταλάβουμε τι σημαίνει η εφηβική πράξη, αλλά αντιδρούμε με τον ίδιο τρόπο. Των εφήβων. Κι αν σε μια βία αντιταχθεί μια άλλη βία, αυτό βεβαιώνει τον έφηβο ότι έχει δίκιο που πράττει βίαια εφόσον η βία είναι η μέθοδος συναλλαγής στον κόσμο των ενηλίκων.
Αναζητούν σταθερά σημεία αναφοράς τα παιδιά μας. Αξίες σημαντικές, δομή συγκεκριμένη να γίνει υλικό πολύτιμο στο χτίσιμο του αυριανού κόσμου. Κι εμείς τους δίνουμε οτιδήποτε άλλο εκτός από συγκροτημένο πλαίσιο. Κυρίως τους παρέχουμε τον αεριτζήδικο χαρακτήρα μιας Ελλάδας του “ό,τι αρπάξουμε”, έτσι, δίχως αρχές, χωρίς συνέπεια κι υπευθυνότητα.

Οι κοινωνίες προχωρούν μέσα από θέσεις ανατρεπτικές και αμφισβητήσεις. Το πιο δυναμικό κομμάτι που θα μπορούσε να τις εκφράσει, οι νέοι, μας γυρίζουν πλάτη. Απομακρύνονται, φτύνοντας απαξιωτικά.
Όμως, από το θυμωμένο φτύσιμο στα πλακάκια του πεζοδρομίου μέχρι το εξευτελιστικό φτύσιμο στο πρόσωπο του ενοχλητικού συμμαθητή, η απόσταση πια είναι πολύ-πολύ μικρή.






Η φωτογραφία είναι από το deviantart.com
 
Σάλπαρε η Καπετάνισσα ώρα 11:01 | Πανάκι ξεδιπλωμένο | 13 ανάσες


Layout design by Pannasmontata


©
Creative Commons License
Page copy protected against web site content infringement by Copyscape